Νόμοι — ΦΕΚ A' 109/2022

Type Νόμος
Publication 2022-06-07
Τελευταία ενημέρωση 2022-06-06
State In force
Source ΦΕΚ
articles 302
Reform history JSON API
3.

Στην έδρα του μεγαλύτερου από τα εφετεία κάθε περιφέρειας, καθώς και στην έδρα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ιδρύεται Γραφείο Γραμματείας Επιθεώρησης, στο οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, με αποκλειστική απασχόληση, ένας ή περισσότεροι γραμματείς από το προσωπικό των δικαστηρίων της έδρας του εφετείου ή του πρωτοδικείου. Το γραφείο επικουρεί τον επιθεωρητή στο έργο του και ιδίως συγκεντρώνει τα απαιτούμενα για τη διενέργεια της επιθεώρησης δικαστηρίων και δικαστικών λειτουργών στατιστικά στοιχεία, καθώς και τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την πορεία των αποφάσεων των επιθεωρουμένων κατά την παρ. 8 του άρθρου 100.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ’

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Άρθρο 95

Όργανα και διαδικασία επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας

1.

Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελείται από έναν (1) αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο (2) συμβούλους Επικρατείας με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στον βαθμό, ως μέλη. Οι ανωτέρω, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικά τμήματα, ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο, η οποία εκδίδεται τον μήνα Ιούνιο του προηγούμενου της έναρξης της θητείας τους δικαστικού έτους. Η θητεία του προέδρου και των μελών του Συμβουλίου αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους.

2.

Οι πάρεδροι, οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκεινται σε επιθεώρηση, η οποία διενεργείται κάθε δύο (2) δικαστικά έτη. Έκτακτες ή συμπληρωματικές επιθεωρήσεις ενεργούνται οποτεδήποτε, εφόσον υπάρχει λόγος.

3.

Οι αντιπρόεδροι, που προεδρεύουν στα τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας, συντάσσουν τον μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παρ. 1 εκθέσεις επιθεώρησης για τους παρέδρους που υπηρέτησαν στο τμήμα τους. Οι αντιπρόεδροι και οι σύμβουλοι Επικρατείας, οι οποίοι άσκησαν καθήκοντα προεδρεύοντος σε πέντε (5) τουλάχιστον συνεδριάσεις κατά τα δύο (2) δικαστικά έτη στα οποία ανάγεται η επιθεώρηση, συντάσσουν τον μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παρ. 1 εκθέσεις επιθεώρησης για την απόδοση των παρέδρων που υπηρέτησαν στο ίδιο με αυτούς τμήμα, με ρητή μνεία του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος.

4.

Σύμβουλοι της Επικρατείας που έχουν εισηγηθεί στο δικαστήριο προς συζήτηση, κατά τη διάρκεια των δύο (2) δικαστικών ετών στα οποία ανάγεται η επιθεώρηση, δύο (2) τουλάχιστον διαφορετικές υποθέσεις με προεισήγηση του αυτού εισηγητή ή μία (1) υπόθεση στην ολομέλεια με προεισήγηση, συντάσσουν τον μήνα Ιούνιο του δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παρ. 1 εκθέσεις επιθεώρησης για τον εν λόγω εισηγητή. Εφόσον πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει εισηγηθεί με, κατ’ εξαίρεση, προεισήγηση του αυτού εισηγητή δύο (2) τουλάχιστον υποθέσεις, ο πρόεδρος του οικείου τμήματος συντάσσει και υποβάλλει στο Συμβούλιο της παρ. 1 έκθεση επιθεώρησης για τον εισηγητή, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη του παρέδρου.

5.

Ο κατάλογος των κατά τις παρ. 3 και 4 επιθεωρητών κοινοποιείται στον επιθεωρούμενο δικαστή προς διόρθωση σφαλμάτων τον μήνα Μάιο του δεύτερου από τα δύο (2) δικαστικά έτη στα οποία ανάγεται η επιθεώρηση.

6.

Για την αξιολόγηση των παρέδρων λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται η ικανότητα και η ταχύτητα σύνταξης σχεδίων αποφάσεων, καθώς και ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν εισηγήσεις σε σχέση με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον κανονισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας, με ανάλογη εφαρμογή της περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19, η συμβολή τους κατά τη διάσκεψη, η επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράστασή τους, η συμπεριφορά τους στο ακροατήριο και το ήθος τους. Για την αξιολόγηση των εισηγητών λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν προεισηγήσεις, σε σχέση με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον κανονισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας, με ανάλογη εφαρμογή της περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19, η ικανότητα και η ταχύτητα σύνταξης προεισηγήσεων, η επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, το ήθος και το σθένος τους. Οι κρίσεις είναι ειδικά αιτιολογημένες και έχουν υποχρεωτικά και αποκλειστικά την εξής κλίμακα:

1.

εξαίρετος, 2. πολύ καλός, 3. καλός, 4. ανεπαρκής, για κάθε κριτήριο ξεχωριστά και συνολικά. Ειδικά, για το ήθος και το σθένος χρησιμοποιούνται οι χαρακτηρισμοί:

1.

προσήκον και 2. μη προσήκον.

7.

Στο Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης υποβάλλονται οι ειδικά αιτιολογημένες εκθέσεις επιθεώρησης που συντάσσονται σύμφωνα με τις παρ. 3, 4 και 6 τον μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους, τα τηρούμενα στο δικαστήριο στατιστικά στοιχεία για την ποσοτική απόδοση των παρέδρων και εισηγητών και για τη δυσχέρεια των υποθέσεων που χειρίστηκαν σύμφωνα με όσα ορίζονται στον κανονισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας, με ανάλογη εφαρμογή της περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19, καθώς και στοιχεία σχετικά με την απόδοση των ανωτέρω σε όλα τα λοιπά καθήκο επί τη βάσει των ως άνω στοιχείων, ανά διετία τον μήνα Σεπτέμβριο τελικές ειδικά αιτιολογημένες εκθέσεις επιθεώρησης για καθέναν από τους παρέδρους και εισηγητές. Οι κρίσεις του Συμβουλίου Επιθεώρησης κατά την αξιολόγηση έχουν υποχρεωτικά και αποκλειστικά την εξής κλίμακα: 1. εξαίρετος, 2. πολύ καλός, 3. καλός, 4. ανεπαρκής. Επίσης, αξιολογείται το ήθος και το σθένος με τους χαρακτηρισμούς: 1. προσήκον και 2. μη προσήκον Οι εκθέσεις κοινοποιούνται αμελλητί στους προαναφερθέντες δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι μπορούν να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων του ατομικού τους φακέλου. Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες των παρ. 1, 2 και 7 του άρθρου 100, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.

8.

Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, δύο (2) αντιπροέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και δύο (2) συμβούλους Επικρατείας με τετραετή υπηρεσία στον βαθμό, ως μέλη. Οι δύο (2) αντιπρόεδροι και οι δύο (2) σύμβουλοι με ισάριθμους αναπληρωματικούς ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο που εκδίδεται τον μήνα Ιούνιο του προηγούμενου της έναρξης της θητείας τους δικαστικού έτους. Η θητεία των ως άνω αντιπροέδρων και συμβούλων αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους. Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στα άρθρα 103 και 105, τα οποία εφαρμόζονται αναλόγως.

9.

Πάρεδρος ή εισηγητής του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος θεωρεί ότι η τελική έκθεση επιθεώρησής του περιέχει δυσμενείς κρίσεις ή ανακριβή περιστατικά σε βάρος του μπορεί να προσφύγει στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω έκθεσης σε αυτόν. Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, αφού λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία και καλέσει τον προσφεύγοντα προς ακρόαση, μπορεί είτε να κάνει δεκτή την προσφυγή και να διορθώσει την τελική έκθεση επιθεώρησης, εν όλω ή εν μέρει, είτε να την απορρίψει.

10.

Με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται εσωτερικός κανονισμός, με τον οποίο ρυθμίζονται τα υπηρεσιακά καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με όμοια απόφαση τροποποιείται ή κωδικοποιείται ο ισχύων κανονισμός.

Άρθρο 96

Όργανα και διαδικασία επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Οι πάρεδροι, οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπόκεινται σε επιθεώρηση, η οποία διενεργείται κάθε δύο (2) δικαστικά έτη.

2.

Την επιθεώρηση διενεργούν στους παρέδρους, τους εισηγητές και τους δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου ένας από τους αρχαιότερους συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν στη Γενική Επιτροπεία του Δικαστηρίου ο ορισθείς αντεπίτροπος Επικρατείας. Ο σύμβουλος ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο, η οποία εκδίδεται τον μήνα Μάιο. Στην ίδια απόφαση μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα μερικής απασχόλησης του επιθεωρητή συμβούλου, η οποία αντιστοιχεί αναλογικά στην πρόσθετη επιβάρυνση λόγω της ανάθεσης των καθηκόντων της επιθεώρησης. Η θητεία αυτή αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γίνεται ο ορισμός και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους.

3.

Ο ανωτέρω σύμβουλος και ο ορισθείς αντεπίτροπος Επικρατείας συντάσσουν, τον μήνα Μάιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους, ειδικά αιτιολογημένες εκθέσεις επιθεώρησης για τους ανωτέρω δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας του Δικαστηρίου, αντίστοιχα. Για να σχηματίσει πληρέστερη γνώμη ο επιθεωρητής ζητεί πληροφορίες και στοιχεία από τους προέδρους των δικαστικών σχηματισμών, στους οποίους ο δικαστικός λειτουργός υπηρέτησε κατά το επιθεωρούμενο διάστημα και ειδικά για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν στη Γενική Επιτροπεία του Δικαστηρίου από τον Γενικό Επίτροπο.

4.

Για την αξιολόγηση των παρέδρων λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται το ήθος και το σθένος τους, η ικανότητά τους προς σύνταξη σχεδίων αποφάσεων και πράξεων, σχεδίων υπομνημάτων και εκθέσεων ελέγχου, σχεδίων μελετών και γνωμοδοτήσεων, ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες εισηγήθηκαν ή συνέταξαν πράξεις ή αποφάσεις ή υπομνήματα ή εκθέσεις ελέγχου ή μελέτες και γνωμοδοτήσεις, σε σχέση με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον κανονισμό λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με ανάλογη εφαρμογή της περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19, η συμβολή τους κατά τη διάσκεψη, η επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, η συμπεριφορά τους στο ακροατήριο, καθώς και τα τηρούμενα στο Δικαστήριο στατιστικά στοιχεία για την ποσοτική απόδοσή τους με έμφαση στον χρόνο παράδοσης των σχεδίων πράξεων, αποφάσεων, υπομνημάτων, εκθέσεων ελέγχου, μελετών και γνωμοδοτήσεων που συντάσσουν επί των υποθέσεων, ελέγχων και εντολών για εκπόνηση μελετών ή γνωμοδοτήσεων που έχουν χρεωθεί, σε σχέση με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19.

5.

Για την αξιολόγηση των εισηγητών και των δόκιμων εισηγητών λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται το ήθος και το σθένος τους, ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν εισηγήσεις, σχέδια πράξεων ή προσχέδια αποφάσεων, σχέδια υπομνημάτων και εκθέσεων ελέγχου, σχέδια μελετών και γνωμοδοτήσεων, η ικανό εκθέσεων ελέγχου, σχεδίων μελετών και γνωμοδοτήσεων, σε σχέση με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον κανονισμό λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με ανάλογη εφαρμογή της περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19, η συμβολή τους κατά τη διάσκεψη, η επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και τα τηρούμενα στο Δικαστήριο στατιστικά στοιχεία για την ποσοτική απόδοσή τους με έμφαση στον χρόνο παράδοσης των εισηγήσεων, των σχεδίων πράξεων και προσχεδίων αποφάσεων, των σχεδίων υπομνημάτων και εκθέσεων ελέγχου, των σχεδίων μελετών και γνωμοδοτήσεων, που συντάσσουν επί των υποθέσεων, ελέγχων και εντολών για εκπόνηση μελετών ή γνωμοδοτήσεων που έχουν χρεωθεί, σε σχέση με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους, κατά τα οριζόμενα στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19.

6.

Κατά την αξιολόγηση των παρέδρων και εισηγητών συνεκτιμάται και η τυχόν επιβάρυνσή τους με παράλληλα καθήκοντα πάσης φύσεως που τους ανατίθενται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τον κανονισμό λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για την αξιολόγηση του δικαστικού λειτουργού ως προς τα ανωτέρω προσόντα, ο επιθεωρητής χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο την εξής κλίμακα: 1. εξαίρετος, 2. πολύ καλός,

3.

καλός, 4. ανεπαρκής, για κάθε κριτήριο ξεχωριστά και συνολικά. Ο επιθεωρητής ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στις παρ. 1, 2 και 7 του άρθρου 100, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.

7.

Οι εκθέσεις επιθεώρησης κοινοποιούνται αμελλητί στους προαναφερθέντες δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι μπορούν να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων του ατομικού τους φακέλου.

8.

Στο Ελεγκτικό Συνέδριο λειτουργεί Συμβούλιο Επιθεώρησης, το οποίο αποτελείται από τρεις (3) αντιπροέδρους, με τους αναπληρωτές τους, που ορίζονται με κλήρωση, η οποία διενεργείται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 97. Ειδικά για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν στη Γενική Επιτροπεία του Δικαστηρίου, καθώς και για τους δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έχουν αποσπαστεί και υπηρετούν στη Γενική Επιτροπεία του Δικαστηρίου, το τρίτο μέλος του εν λόγω Συμβουλίου Επιθεώρησης είναι ο Γενικός Επίτροπος ή ο αναπληρωτής του. Τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης πρέπει να μην έχουν καθ’ οιονδήποτε τρόπον εμπλακεί στη διενέργεια της επιθεώρησης. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου που κληρώθηκαν αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γίνεται η κλήρωση και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους. Το Συμβούλιο Επιθεώρησης ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στα άρθρα 103 και 105, τα οποία εφαρμόζονται αναλόγως.

9.

Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, διορισμού στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, απόσπασης ή κωλύματος του επιθεωρητή, την επιθεώρηση ενεργεί ή συνεχίζει ο αναπληρωτής του και μόνο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας του.

10.

Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται εσωτερικός κανονισμός, με τον οποίο ρυθμίζονται τα υπηρεσιακά καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με όμοια απόφαση τροποποιείται ή κωδικοποιείται ο ισχύων κανονισμός.

Άρθρο 97

Όργανα και διαδικασία επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών τους

1.

Όργανα επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών τους είναι το Συμβούλιο Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές.

2.

Το Συμβούλιο Επιθεώρησης αποτελείται από έναν (1) αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο (2) συμβούλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης του προέδρου ή μέλους του Συμβουλίου, τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωματικός του μόνο για το υπόλοιπο της θητείας του.

3.

Την επιθεώρηση διενεργούν: α. Στα διοικητικά εφετεία και πρωτοδικεία, σύμβουλοι επικρατείας. β. Στα διοικητικά πρωτοδικεία και πρόεδροι εφετών. γ. Στις γραμματείες των ως άνω δικαστηρίων, ο Γενικός Επίτροπος ή μέλη της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των δικαστηρίων αυτών, οι πρόεδροι εφετών της οικείας περιφέρειας και οι πρόεδροι πρωτοδικών, αντιστοίχως.

4.

Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές σύμβουλοι της Επικρατείας ορίζονται, με τους αναπληρωματικούς τους, με κλήρωση, από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία συνέρχεται ανά δύο (2) έτη σε συμβούλιο μέσα στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου. Για καθεμία από τις κατά την παρ. 1 του άρθρου 98 περιφέρειες, ορίζεται ένας (1) επιθεωρητής. Για την επιλογή του Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης τοποθετούνται σε μία κληρωτίδα τα ονόματα των αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για την επιλογή των μελών του Συμβουλίου επιθεώρησης και των επιθεωρητών τοποθετούνται στην κληρωτίδα τα ονόματα των συμβούλων Επικρατείας, τους οποίους η ίδια Ολομέλεια ορίζει σε αριθμό διπλάσιο του απαιτούμενου για το σύνολο των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών από αυτούς που έχουν διετή υπηρεσία. Αν δεν υπάρχει επαρκής αριθμός μελών του Συμβουλίου Επικρατείας με διετή υπηρεσία, ο αριθμός συμπληρώνεται και από αυτούς που έχουν υπηρεσία ενός (1) έτους. Δεν μπορούν να ορισθούν επιθεωρητές όσοι άσκησαν καθήκοντα στις αντίστοιχες θέσεις κατά την προηγούμενη διετία. Οι επιθεωρητές προέρχονται από διαφορετικά τμήματα.

5.

Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν οι κλήροι στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως Επικρατείας. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, ο Πρόεδρος εξάγει δύο (2) σφαιρίδια από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντιπροέδρων, και εννέα (9) σφαιρίδια από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των συμβούλων. Μετά από την εξαγωγή του κλήρου από κάθε σφαιρίδιο, ο Πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος και επιδεικνύει τον κλήρο με το όνομα του κληρωθέντος στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες της πρώτης κληρωτίδας, ο πρώτος αντιπρόεδρος κατά τη σειρά κλήρωσης αποτελεί το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Από τους κληρωθέντες της δεύτερης κληρωτίδας, οι τρεις (3) αρχαιότεροι αποτελούν τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, οι δύο (2) πρώτοι τα τακτικά και ο τρίτος το αναπληρωματικό μέλος, οι υπόλοιποι τέσσερις (4), κατά τη σειρά κληρώσεως, αποτελούν τους επιθεωρητές των περιφερειών της επιθεώρησης και οι τελευταίοι δύο (2) είναι οι αναπληρωτές των επιθεωρητών. Αν κατά την κλήρωση των τεσσάρων (4) επιθεωρητών εξαχθεί το όνομα δεύτερου ή περισσότερων συμβούλων από το ίδιο τμήμα, η κλήρωση συνεχίζεται μέχρις ότου εξαχθεί το όνομα συμβούλου από άλλο τμήμα. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό, που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

6.

Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών συμβούλων επικρατείας είναι διετής. Αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η κλήρωση και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του επόμενου του ορισμού τους έτους.

7.

Οι επιθεωρητές σύμβουλοι, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους, απαλλάσσονται από κάθε άλλη υπηρεσία, με εξαίρεση τη συμμετοχή των συμβούλων στη μείζονα Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

8.

Κάθε επιθεωρητής σύμβουλος κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων του επικουρείται από έναν (1) δικαστικό υπάλληλο του κλάδου ΠΕ επικουρίας και τεκμηρίωσης δικαστικού έργου, τον οποίο ορίζει με απόφασή της η Ολομέλεια.

9.

Οι πρόεδροι εφετών διενεργούν ετήσια επιθεώρηση των διοικητικών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους, παράλληλα προς την επιθεώρηση των επιθεωρητών συμβούλων επικρατείας. Σε όσα δικαστήρια υπηρετούν περισσότεροι πρόεδροι, ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο διενεργεί ο ίδιος την επιθεώρηση ή ορίζει εκ των ομοιοβάθμων του αυτόν ή αυτούς που πρόκειται να τη διενεργήσουν.

10.

Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης του επιθεωρητή προέδρου εφετών ή κωλύματος του επιθεωρητή συμβούλου της επικρατείας την επιθεώρηση ενεργούν ή συνεχίζουν οι αναπληρωτές τους κατά τη σειρά ορισμού τους και μόνο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας τους.

11.

Σε επιθεώρηση υπόκεινται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί έως και τον βαθμό του Προέδρου Εφετών. Οι πρόεδροι εφετών επιθεωρούνται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Κατά την εξέταση προσφυγής κατά έκθεσης ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης δεν μετέχει στο συμβούλιο, εάν έχει συντάξει ο ίδιος την εν λόγω έκθεση, αλλά ο αναπληρωματικός του.

Άρθρο 98

Περιφέρειες επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

1.

Οι περιφέρειες της επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι τέσσερις (4) και καθεμία από αυτές περιλαμβάνει αντιστοίχως: η Α’ το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το Διοικητικό Εφετείο Χανίων και τα υπαγόμενα στο τελευταίο πρωτοδικεία, η Β’ το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η Γ’ τα Διοικητικά Εφετεία Πειραιώς, Πατρών και Τρίπολης και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία και η Δ’ τα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Λάρισας και Κομοτηνής και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία.

2.

Οι περιφέρειες επιθεώρησης δύνανται να μεταβάλλονται, μετά από σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ισχύει από το επόμενο μετά τη δημοσίευσή της δικαστικό έτος.

3.

Στην έδρα του μεγαλύτερου από τα διοικητικά εφετεία κάθε περιφέρειας και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ιδρύεται Γραφείο Γραμματείας Επιθεώρησης, στο οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, με αποκλειστική απασχόληση, ένας ή περισσότεροι γραμματείς από το προσωπικό των δικαστηρίων της έδρας του διοικητικού εφετείου ή του διοικητικού πρωτοδικείου. Το γραφείο επικουρεί τον επιθεωρητή στο έργο του και ιδίως συλλέγει τα απαιτούμενα για τη διενέργεια της επιθεώρησης των δικαστηρίων και δικαστικών λειτουργών στατιστικά στοιχεία καθώς και τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την πορεία των αποφάσεων των επιθεωρούμενων κατά την παρ. 8 του άρθρου 100.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ’

ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ

Άρθρο 99

Επιμόρφωση επιθεωρητών Πριν από την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, τα μέλη των Συμβουλίων Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές παρακολουθούν υποχρεωτικά έκτακτα προγράμματα επιμόρφωσης που διοργανώνονται από την ΕΣΔι. Τα προγράμματα του προηγούμενου εδαφίου διενεργούνται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή της ΕΣΔι και χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως η περ. δ’ του άρθρου 7, η περ. θ’ της παρ. 1 του άρθρου 12 και τα άρθρα 44 έως 46 του ν. 4871/2021.

Άρθρο 100

Αρμοδιότητες επιθεωρητών

1.

Οι επιθεωρητές:

  • α) επιθεωρούν όλους τους δικαστικούς λειτουργούς

των δικαστηρίων της περιφέρειάς τους και οι αρεοπα

  • γ) διενεργούν στην περιφέρειά τους έκτακτη ή συμπληρωματική επιθεώρηση κάθε δικαστηρίου, εισαγγελίας και δικαστικού λειτουργού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 103,
  • δ) προτείνουν την άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά

οποιουδήποτε επιθεωρουμένου, σύμφωνα με το Δ’ Μέρος,

  • ε) καλούν, στο πλαίσιο της επιθεώρησης, τα μέλη του

Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου δικηγορικού συλλόγου, δια του προέδρου του και ζητούν τη γνώμη τους σε κάθε θέμα σχετικό με την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και εξετάζουν έγγραφες αναφορές τους, μπορούν δε να προβούν στη διενέργεια σχετικής έκτακτης επιθεώρησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 103.

2.

Η επιθεώρηση που διενεργούν οι σύμβουλοι επικρατείας, αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου αφορά στο χρονικό διάστημα από τη 16η Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους ορισμού του επιθεωρητή έως τη 15η Σεπτεμβρίου του επόμενου του ορισμού έτους.

3.

Οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων και εισαγγελιών της περιφέρειάς τους για τη διενέργεια επιθεώρησης την 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή τους. Η μετάβαση στην έδρα των ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων εκτός έδρας πρωτοδικείου ανήκει στην κρίση του επιθεωρητή. Οι σύμβουλοι Επικρατείας οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων της περιφέρειάς τους για τη διενέργεια επιθεώρησης κατά τη διάρκεια της θητείας τους.

4.

Η επιθεώρηση που διενεργούν οι πρόεδροι και οι εισαγγελείς εφετών αφορά στο χρονικό διάστημα από τη 16η Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους ορισμού του επιθεωρητή έως τη 15η Σεπτεμβρίου του έτους ορισμού. Οι ως άνω επιθεωρητές μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων και εισαγγελιών που επιθεωρούν από τη 16η Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του επιθεωρούμενου έτους.

5.

Έκτακτες ή συμπληρωματικές επιθεωρήσεις ενεργούνται οποτεδήποτε.

6.

Οι επιθεωρητές εξετάζουν, λαμβάνοντας υπόψη διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα, το σύνολο της εργασίας των επιθεωρούμενων δικαστικών λειτουργών με βάση το ενιαίο πλαίσιο οδηγιών, πρακτικών και κατευθύνσεων του άρθρου 104. Επίσης, προκειμένου να διαμορφώσουν ασφαλή γνώμη ως προς τα αξιολογούμενα, σύμφωνα με τις παρ. 2-4 του άρθρου 102, κριτήρια διεξάγουν λεπτομερώς κάθε χρήσιμη έρευνα, χωρίς να αρκούνται στις αποφάσεις και τα στοιχεία που υποδεικνύονται από τους επιθεωρούμενους δικαστικούς λειτουργούς. Περαιτέρω, μελετούν τα σχετικά με την εργασία των επιθεωρούμενων στατιστικά στοιχεία, ζητούν την γνώμη του διευθύνοντος του δικαστηρίου ή την εισαγγελία για αυτούς, λαμβάνουν υπόψη τους γραπτές γνώμες τις οποίες συντάσσουν υποχρεωτικά οι πρόεδροι ή οι προεδρεύοντες των τμημάτων που υπηρετούν οι επιθεωρούμενοι για όλα τα αξιολογούμενα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 102 κριτήρια, παρακολουθούν συνεδριάσεις στις οποίες μετέχουν οι επιθεωρούμενοι, διαπιστώνουν τη συμμετοχή τους στα υποχρεωτικά επιμορφωτικά σεμινάρια της ΕΣΔι και έχουν απαραιτήτως προσωπική επαφή με τους επιθεωρούμενους, οι οποίοι εκφράζουν τις απόψεις τους για όλα τα ανωτέρω, συντάσσουν δε έκθεση επιθεώρησης σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 101 σύμφωνα με τα κριτήρια των παρ. 2-4 του άρθρου 102. Οι επιθεωρητές αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου μπορούν να ελέγχουν την ποινική εργασία των δικαστών της περιφέρειας τους, χωρίς να συντάσσουν σχετική έκθεση. Υποχρεούνται, όμως, να διαβιβάζουν τα αξιόλογα στοιχεία που προκύπτουν από τον έλεγχο αυτόν, στον αρμόδιο αρεοπαγίτη επιθεωρητή, προκειμένου να συνεκτιμηθούν κατά τη σύνταξη από αυτόν της σχετικής έκθεσής του. Οι επιθεωρητές, αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου ελέγχουν υποχρεωτικά τις αποφάσεις περί αναβολών, που χορήγησαν τα δικαστήρια στα οποία μετείχαν οι επιθεωρούμενοι δικαστικοί λειτουργοί και κρίνουν περαιτέρω αν συντρέχει εξ αυτού του λόγου περίπτωση πειθαρχικού ελέγχου τους.

7.

Οι επιθεωρητές σύμβουλοι Επικρατείας, αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, εξετάζουν, λαμβάνοντας υπόψη διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα, τον τρόπο κατά τον οποίο διεξάγεται η υπηρεσία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και την εργασία που έχει συντελεσθεί κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα με βάση το ενιαίο πλαίσιο οδηγιών, πρακτικών και κατευθύνσεων του άρθρου 104 και συντάσσουν, κατά τα οριζόμενα στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 101, έκθεση επιθεώρησης σύμφωνα με τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 102.

8.

Οι γραμματείες των ανώτατων δικαστηρίων, των εφετείων και των διοικητικών εφετείων μεριμνούν για τη γνωστοποίηση, που μπορεί να γίνεται και ηλεκτρονικά, αντιγράφων των αποφάσεων που αναιρούν ή εξαφανίζουν άλλες αποφάσεις, κατά παραδοχή του αντίστοιχου ένδικου μέσου, στα μέλη της σύνθεσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή εξαφανίστηκε, καθώς και στη γραμματεία του κάθε Γραφείου Γραμματείας Επιθεώρησης κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 94 και στην παρ. 3 του άρθρου 98.

Άρθρο 101

Εκθέσεις επιθεώρησης

1.

Οι επιθεωρητές συντάσσουν τις ακόλουθες ιδιαίτερες, λεπτομερείς και ειδικά αιτιολογημένες εκθέσεις: α. Έκθεση με την οποία αξιολογείται η λειτουργία κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας της περιφέρειάς τους για το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα και περιγράφονται τα απαιτούμενα μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία τους. β. Έκθεση με την οποία αξιολογούνται οι διευθύνοντες τα δικαστήρια και τις εισαγγελίες σε σχέση με τη διεξαγωγή της υπηρεσίας αυτών, υπό τη διεύθυνσή τους σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 17. κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας. δ. Έκθεση με την οποία αξιολογούνται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας.

2.

Αν στο πρόσωπο του επιθεωρούμενου δικαστικού λειτουργού συντρέχουν περισσότερες από μία από τις ιδιότητες των περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1, οι επιθεωρητές συντάσσουν για αυτόν ενιαία έκθεση.

3.

Στις εκθέσεις των περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 ο επιθεωρητής αναφέρει ακόμη, αν θεωρεί προακτέους στον επόμενο βαθμό τους πρωτοδίκες και αντεισαγγελείς πρωτοδικών που έχουν συμπληρώσει πενταετία στον βαθμό, καθώς και τους δικαστές και εισαγγελείς από τον βαθμό του προέδρου πρωτοδικών και εισαγγελέα πρωτοδικών και άνω, μετά τη συμπλήρωση ενός έτους στον κατεχόμενο βαθμό.

4.

Οι επιθεωρητές σημειώνουν στις εκθέσεις κάθε άλλη παρατήρηση που θεωρούν χρήσιμη.

5.

Οι εκθέσεις των επιθεωρητών υποβάλλονται ηλεκτρονικά στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης μέσα σε έξι (6) μήνες από το πέρας του επιθεωρούμενου χρονικού διαστήματος και φέρουν την ψηφιακή υπογραφή του επιθεωρητή. Σε περίπτωση έκτακτης ή συμπληρωματικής επιθεώρησης, η έκθεση υποβάλλεται αμέσως μετά τη διενέργειά της. Εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή των ως άνω εκθέσεων στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης, αυτός υποβάλλει αντίγραφό τους στον Υπουργό Δικαιοσύνης και, κατά περίπτωση, στον Πρόεδρο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στον Γενικό Επίτροπο Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης τίθεται στον ατομικό φάκελο του επιθεωρουμένου που μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά. Επίσης, αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον επιθεωρούμενο εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της στον Υπουργό Δικαιοσύνης με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου. Η επίδοση αυτή μπορεί να γίνεται και ηλεκτρονικά.

Άρθρο 102

Κριτήρια επιθεώρησης

1.

Προς τον σκοπό της διενέργειας της επιθεώρησης της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 101, ο διευθύνων το δικαστήριο ή την εισαγγελία υποβάλλει στον αρμόδιο επιθεωρητή (σύμβουλο επικρατείας, αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου) έκθεση απολογισμού του έργου του κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα, η οποία κοινοποιείται και στο Συμβούλιο Επιθεώρησης. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει, ιδίως, τεκμηριωμένη αναφορά:

  • α) στα κριτήρια με βάση τα οποία συγκροτούνται τα

τμήματα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας και κατανέμονται οι υποθέσεις και τα λοιπά καθήκοντα κατά τμήμα, δικαστές και εισαγγελείς και υπαλλήλους της γραμματείας,

  • β) στην ενημερότητα της υπηρεσίας ως προς τη διεκπεραίωση των υποθέσεων και, ιδίως, ως προς τους

μέσους χρόνους των διαδικασιών ανά φάση (προσδιορισμό, εκδίκαση, έκδοση απόφασης) και κατηγορία,

  • γ) προκειμένου περί εισαγγελέων, στις αυτεπάγγελτες

παραγγελίες για τη διενέργεια προανακριτικών εξετάσεων επί ζητημάτων ευρέος ποινικού ενδιαφέροντος,

  • δ) στον τρόπο διεξαγωγής των συνεδριάσεων,
  • ε) στην ψηφιοποίηση και τη χρήση των νέων τεχνολογιών από δικαστικούς λειτουργούς, εισαγγελείς και

υπαλλήλους της γραμματείας και

  • στ) στην καταλληλότητα, ασφάλεια και καθαριότητα

των κτιρίων. Με βάση την ανωτέρω έκθεση απολογισμού, τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα, καθώς και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο, ο επιθεωρητής συντάσσει έκθεση αξιολόγησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας.

2.

Προς τον σκοπό της διενέργειας της επιθεώρησης του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία κατά την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 101 αξιολογούνται:

  • α) το ήθος και το σθένος,
  • β) η κρίση και η αντίληψη,
  • γ) η γενική ικανότητα διεύθυνσης του δικαστηρίου ή

της εισαγγελίας και, ειδικότερα, ο τρόπος συγκρότησης των τμημάτων του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, η κατανομή των υποθέσεων και των λοιπών καθηκόντων κατά τμήμα, δικαστές και εισαγγελείς και υπαλλήλους της γραμματείας, η ενημερότητα της υπηρεσίας ως προς τη διεκπεραίωση των υποθέσεων και, ιδίως, ως προς τους μέσους χρόνους των διαδικασιών ανά φάση (προσδιορισμό, εκδίκαση, έκδοση απόφασης) και κατηγορία, και προκειμένου περί εισαγγελέων, περί αυτεπάγγελτων παραγγελιών για τη διενέργεια προανακριτικών εξετάσεων επί ζητημάτων ευρέος ποινικού ενδιαφέροντος,

  • δ) ο τρόπος διεξαγωγής των συνεδριάσεων,
  • ε) η λήψη μέτρων για την ψηφιοποίηση των δικαστηρίων και των εισαγγελιών,

τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19,

  • ζ) η παρακολούθηση της συμμετοχής των δικαστικών

λειτουργών και υπάλληλων της γραμματείας σε επιμορφωτικά σεμινάρια,

  • η) η ικανότητα συνεργασίας,
  • θ) η συμπεριφορά προς τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους αυτών,
  • ι) η συμμόρφωση με παρατηρήσεις προηγουμένων

εκθέσεων επιθεώρησης.

3.

Προς τον σκοπό της διενέργειας της επιθεώρησης των προέδρων και προεδρευόντων τμημάτων και δικαστικών σχηματισμών της περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 101 αξιολογούνται:

  • α) το ήθος και το σθένος,
  • β) η ικανότητά τους στην απονομή της δικαιοσύνης,
  • γ) η διεύθυνση της διαδικασίας,
  • δ) η λειτουργία του τμήματος ή του δικαστικού σχηματισμού που προΐστανται,
  • ε) ο τρόπος κατανομής των υποθέσεων μεταξύ των δικαστικών λειτουργών του τμήματος ή του σχηματισμού

που προΐστανται, ορίζονται στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19,

  • ζ) οι αναβολές και ο χρόνος διεκπεραίωσης των υποθέσεων,
  • η) η διατύπωση των δικαστικών αποφάσεων και βουλευμάτων του τμήματός/σχηματισμού τους,
  • θ) ο χρόνος δημοσίευσης των σχεδίων που τους παραδίδονται υποχρεωτικώς μέσω των οικείων πληροφοριακών συστημάτων, ή όταν αυτά δεν υπάρχουν, με

οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπον και

  • ι) η συμμόρφωσή τους με παρατηρήσεις προηγουμένων εκθέσεων επιθεώρησης.
4.

Προς τον σκοπό της διενέργειας της επιθεώρησης όλων των δικαστικών λειτουργών της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 101 αξιολογούνται:

  • α) το ήθος και το σθένος,
  • β) η επιστημονική κατάρτιση,
  • γ) η προσαρμοστικότητα σε νέα καθήκοντα και αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων των νέων τεχνολογιών,
  • δ) η κρίση και η αντίληψη,
  • ε) η υπηρεσιακή απόδοση, δηλαδή:
  • εα) η ποιότητα του έργου τους (επεξεργασία του νομικού και πραγματικού μέρους κάθε υποθέσεως, συνεκτιμωμένης της τυχόν αναίρεσης ή εξαφάνισης αποφάσεων

που συνέταξαν οι επιθεωρούμενοι κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα),

  • εβ) η διατύπωση της αποφάσεως και προκειμένου για

τους εισαγγελικούς λειτουργούς η απόδοση τόσο στην προδικασία όσο και στη διαδικασία του ακροατηρίου, καθώς και η ικανότητα στη διατύπωση των προτάσεων, των διατάξεων που εκδίδουν και στον χειρισμό του προφορικού λόγου και

  • εγ) η ποσοτική απόδοση και η ταχύτητα διεκπεραίωσης των υποθέσεων σε σχέση με τη σοβαρότητα και

τη δυσχέρειά τους κατά τα οριζόμενα στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19,

  • στ) η ικανότητα στη διεύθυνση της διαδικασίας,
  • ζ) η ικανότητα συνεργασίας,
  • η) η συμπεριφορά του δικαστικού λειτουργού γενικά

και ιδιαίτερα στο ακροατήριο, καθώς και η κοινωνική του παράσταση,

  • θ) η επιβάρυνση από τυχόν πρόσθετα καθήκοντα και

η ανταπόκριση σε αυτά και

  • ι) η συμμόρφωσή του με παρατηρήσεις προηγουμένων εκθέσεων επιθεώρησης.
5.

Για την αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών, οι επιθεωρητές χρησιμοποιούν αποκλειστικά την εξής κλίμακα: 1. εξαίρετος, 2. πολύ καλός ως εξαίρετος, 3. πολύ καλός, 4. περισσότερο από καλός, 5. καλός και 6. ανεπαρκής, για κάθε κριτήριο ξεχωριστά και συνολικά. Για το ήθος και το σθένος οφείλουν να χρησιμοποιούν τους χαρακτηρισμούς: 1. προσήκον και 2. μη προσήκον.

Άρθρο 103

Αρμοδιότητες Συμβουλίου Επιθεώρησης

1.

Τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους, δεν απαλλάσσονται από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία.

2.

Το Συμβούλιο Επιθεώρησης:

  • α) μετά από αίτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης ή του

Προέδρου του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου ή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τους εισαγγελικούς λειτουργούς ή του Πρόεδρου του οικείου Συμβουλίου Επιθεώρησης ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του επιθεωρητή της οικείας περιφέρειας και εφόσον κρίνει ότι συντρέχει λόγος, μπορεί να παραγγείλει έκτακτη ή συμπληρωματική επιθεώρηση που ενεργείται από τον επιθεωρητή της οικείας περιφέρειας ή από αναπληρωτή επιθεωρητή,

  • β) αποφαίνεται επί προσφυγής επιθεωρουμένου κατά

της έκθεσης τακτικής, έκτακτης, ή συμπληρωματικής επιθεώρησης ή μπορεί να παραγγείλει την επανάληψη της επιθεώρησης, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του επιθεωρουμένου, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 105,

  • γ) συντονίζει τη διαδικασία της επιθεώρησης, καθοδηγεί και επικουρεί τους επιθεωρητές στο έργο τους,
  • δ) μεριμνά για την έγκαιρη συγκέντρωση των εκθέσεων επιθεώρησης του κάθε επιθεωρητή, ελέγχει την

πληρότητά τους και διατυπώνει σε ιδιαίτερη έκθεσή του ενδεχόμενες παρατηρήσεις του σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της επιθεώρησης από αυτόν, η οποία κοινοποιείται στον επιθεωρητή και τίθεται στον υπηρεσιακό του φάκελο,

  • ε) με γενική έκθεσή του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία γνωστοποιείται ηλεκτρονικά στους δικαστικούς λειτουργούς του οικείου κλάδου, παρουσιάζει,

μετά από συγκριτική μελέτη των νέων και των παλαιότερων στοιχείων, την κατάσταση των δικαστηρίων, των εισαγγελιών και της γραμματείας τους και υποδεικνύει τα αναγκαία μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία τους. Για κάθε άλλη ενέργεια μόνος αρμόδιος είναι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης ή το οριζόμενο από αυτόν μέλος του Συμβουλίου. Αντίγραφα των σχετικών με τις ανωτέρω ενέργειες εγγράφων του Συμβουλίου Επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κοινοποιούνται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Άρθρο 104

Ενιαίο πλαίσιο οδηγιών, πρακτικών και κατευθύνσεων επιθεώρησης Οι ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων, προκειμένου να διασφαλίσουν το ενιαίο μέτρο και την αποτελεσματικότητα της επιθεώρησης των δικαστηρίων και εισαγγελιών, των διευθυνόντων τους και των λοιπών δικαστικών λειτουργών, καταρτίζουν με απόφασή τους ενιαίο πλαίσιο οδηγιών, πρακτικών και κατευθύνσεων τους προς το οικείο Συμβούλιο Επιθεώρησης και τους επιθεωρητές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Με την ίδια απόφαση καταρτίζεται ενιαίο έντυπο για τις εκθέσεις επιθεώρησης των δικαστηρίων, εισαγγελιών και δικαστικών λειτουργών βάσει των κριτηρίων του άρθρου 102.

1.

Ο επιθεωρούμενος, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου λάβει την έκθεση της τακτικής ή έκτακτης ή συμπληρωματικής επιθεώρησης, έχει δικαίωμα να προσφύγει υπηρεσιακώς ή ηλεκτρονικά στο Συμβούλιο Επιθεώρησης κατά περίπτωση και να ζητήσει διόρθωση της έκθεσης ή επανάκριση, μόνο αν η έκθεση περιέχει ανακριβείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες ή ανακριβή περιστατικά ή δυσμενείς κρίσεις, που δεν δικαιολογούνται από το περιεχόμενο της εκθέσεως τακτικής ή έκτακτης ή συμπληρωματικής επιθεώρησης. Στο Συμβούλιο Επιθεώρησης δεν μπορεί να μετέχει ως μέλος διατελέσας επιθεωρητής που είχε συντάξει την έκθεση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή του επιθεωρουμένου. Ενώπιον του Συμβουλίου Επιθεώρησης δικαιούται να παραστεί εφόσον το επιθυμεί ο προσφεύγων.

2.

Αν οι αιτιάσεις κριθούν βάσιμες το Συμβούλιο Επιθεώρησης με αιτιολογημένη απόφασή του, η οποία εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της προσφυγής, προβαίνει στη διόρθωση της έκθεσης, εκτός αν κρίνει αναγκαία την επανάληψη της επιθεώρησης, οπότε διατάσσει επανάκριση σχετικά με τους λόγους της προσφυγής από τον αρχαιότερο αναπληρωτή επιθεωρητή. Η απόφαση του Συμβουλίου Επιθεώρησης, με την οποία διατάσσεται η διόρθωση της έκθεσης, τίθεται στο φάκελο του επιθεωρουμένου. Η έκθεση που συντάσσεται ύστερα από επανάκριση, εφόσον η επανάκριση είναι γενική, αντικαθιστά την προηγούμενη έκθεση, η οποία αποσύρεται από τον φάκελο του επιθεωρουμένου. Αν οι αιτιάσεις κριθούν αβάσιμες, το Συμβούλιο Επιθεώρησης με αιτιολογημένη απόφασή του, απορρίπτει την προσφυγή και η απόφαση τίθεται στο φάκελο του επιθεωρουμένου. Η έκθεση που συντάσσεται ύστερα από επανάκριση δεν υπόκειται σε προσφυγή.

3.

Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επιθεώρησης και η νέα έκθεση υποβάλλονται και επιδίδονται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 101.

Άρθρο 106

Έκθεση για οριστική παύση Αν κατά την επιθεώρηση διαπιστωθεί ανικανότητα κατά την παρ. 2 του άρθρου 72 ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια δικαστικού λειτουργού, ο επιθεωρητής συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση και την υποβάλλει στο συμβούλιο επιθεώρησης, δια του προέδρου του, ο οποίος τη διαβιβάζει με τις παρατηρήσεις του στα αρμόδια, κατά τις κείμενες διατάξεις, όργανα προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία της οριστικής παύσης.

Άρθρο 107

Επιθεώρηση της γραμματείας των δικαστηρίων

1.

Η επιθεώρηση της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών, γίνεται κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 100.

2.

Η επιθεώρηση των υπαλλήλων της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών διενεργείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κώδικα των δικαστικών υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α’ 68). Ο επιθεωρητής ελέγχει, ιδίως, την τήρηση της υποχρέωσης σύνταξης των εκθέσεων αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων.

3.

Ο επιθεωρητής εξετάζει την ενημερότητα της γραμματείας και την εύρυθμη λειτουργία της. Για κάθε γραμματεία συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση.

4.

Ειδικά ως προς τη βεβαίωση ποινών και την είσπραξη δικαστικών εξόδων (απολήψιμα) η επιθεώρηση της γραμματείας από τον οικείο πρόεδρο γίνεται μία φορά κατά το χρονικό διάστημα της παρ.  1 και μία φορά κατά τον μήνα Μάιο κάθε έτους και συντάσσεται ειδική έκθεση. Κατά την επιθεώρηση εξετάζεται επιπλέον η τήρηση των διατάξεων του Κώδικα για την είσπραξη των τελών και των ποσών που αφορούν στη διενέργεια της δίκης και την έκδοση κάθε είδους πιστοποιητικού. Για τις γραμματείες των ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών εξετάζεται, αν γίνεται σωστά και έγκαιρα η εκκαθάριση, είσπραξη και βεβαίωση των χρηματικών ποινών, προστίμων και δικαστικών εξόδων, καθώς και των ποσών που προέρχονται από μετατροπή ποινών, και αν κατατίθενται εγκαίρως τα ποσά που εισπράττονται στο δημόσιο ταμείο.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ’

ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 108

Γενικές αρχές πειθαρχικής ευθύνης

1.

Οι δικαστικοί λειτουργοί διέπονται ως προς την πειθαρχική τους ευθύνη από τις διατάξεις του παρόντος και όταν λόγω της ιδιότητάς τους μετέχουν σε δικαστήρια, συμβούλια και επιτροπές ή ασκούν καθήκοντα βάσει ειδικών διατάξεων.

2.

Κανείς δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. Νέα πειθαρχική αγωγή για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Εφόσον έχει εκδοθεί απόφαση για την πρώτη πειθαρχική αγωγή, τα στοιχεία που διαβιβάζονται για τη δεύτερη συμπληρώνουν τον φάκελο της υπόθεσης.

3.

Για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα μία μόνο πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί.

4.

Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται ο νόμος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον διωκόμενο διατάξεις.

5.

Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη.

6.

Η πειθαρχική δίκη δεν επηρεάζεται από την προαγωγή ή άλλη μεταβολή στην υπηρεσιακή κατάσταση του διωκομένου, εκτός αν επιφέρει και μεταβολή στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πειθαρχικού δικαστηρίου ή συμβουλίου, οπότε η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, δικαστήριο ή συμβούλιο. πριν από την προαγωγή του.

8.

Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιονδήποτε άλλον τρόπον άρση του ποινικώς κολασίμου της πράξης ή η άρση, εν όλω ή εν μέρει, των συνεπειών της ποινικής καταδίκης δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.

9.

Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Ο πειθαρχικός δικαστής μπορεί να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής δίκης ωσότου περατωθεί η ποινική.

10.

Οι διαπιστώσεις που περιέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη.

Άρθρο 109

Πειθαρχικά παραπτώματα

1.

Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια και καταλογιστή ενέργεια ή παράλειψη του δικαστικού λειτουργού, εντός ή εκτός υπηρεσίας, η οποία αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος της δικαιοσύνης.

2.

Πειθαρχικά παραπτώματα του δικαστικού λειτουργού είναι:

  • α) πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη πίστης και αφοσίωσης προς την πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα

της χώρας,

  • β) κάθε παράβαση διάταξης που αναφέρεται στην

απονομή της δικαιοσύνης, την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και την κατάσταση του ως δικαστικού λειτουργού,

  • γ) η χρησιμοποίηση της ιδιότητάς του για επιδίωξη

ιδιοτελών σκοπών,

  • δ) η αναξιοπρεπής ή απρεπής εντός ή εκτός υπηρεσίας

συμπεριφορά,

  • ε) η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση των

καθηκόντων του. Για το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα και η δυσχέρεια της υπόθεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 19, ο βαθμός και η πείρα του δικαστικού λειτουργού, ο φόρτος της εργασίας εν γένει και οι ατομικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι αδικαιολόγητη η έκδοση απόφασης πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου μέσα σε οκτώ (8) μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν πρόκειται για υποθέσεις στις οποίες ορίζονται ειδικότερες προθεσμίες στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και η σύνταξη σκεπτικού επί απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα σε τρεις (3) μήνες από την παράδοση της δικογραφίας από τον γραμματέα της έδρας. Θεωρείται αδικαιολόγητη η καθυστέρηση όταν αφαιρείται ή επιστρέφεται η δικογραφία από τον δικαστή που τη χειρίζεται λόγω μη έκδοσης απόφασης μέσα σε οκτώ (8) μήνες από τη συζήτηση πολιτικής ή διοικητικής υπόθεσης,

  • στ) η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας,
  • ζ) η αποσιώπηση νόμιμου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης, και
  • η) η συμμετοχή του σε οργάνωση της οποίας οι σκοποί

είναι κρυφοί ή η οποία επιβάλλει στα μέλη της μυστικότητα.

3.

Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής.

4.

Δεν αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα για τον δικαστικό λειτουργό:

  • α) η άρνησή του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται

κατά κατάλυση του Συντάγματος ή είναι αντίθετες σε αυτό,

  • β) η κρίση που ο δικαστικός λειτουργός εκφέρει κατά

την άσκηση των καθηκόντων του,

  • γ) η έκφραση γνώμης δημόσια, εκτός αν γίνεται με

προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης,

  • δ) η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας στις

αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών ή άλλα σωματεία και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στο πλαίσιο της συμμετοχής σε ένωση δικαστικών λειτουργών.

Άρθρο 110

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων δικαστικών λειτουργών

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα των δικαστικών λειτουργών παραγράφονται μετά από πέντε (5) έτη από την τέλεσή τους.

2.

Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται προτού παρέλθει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του τελευταίου. Όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία και έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.

3.

Ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται από την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής, ο χρόνος όμως της αναστολής δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.

4.

Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής αγωγής για αυτό.

Άρθρο 111

Πειθαρχικές ποινές σε δικαστικούς λειτουργούς

1.

Οι πειθαρχικές ποινές που μπορούν να επιβληθούν στον δικαστικό λειτουργό είναι: α) η έγγραφη επίπληξη,

  • β) το πρόστιμο από καθαρές αποδοχές δύο (2) ημερών

έως τις συνολικές καθαρές αποδοχές τριών (3) μηνών, γ) η προσωρινή παύση από δέκα (10) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες και δ) η οριστική παύση.

2.

Η οριστική παύση επιβάλλεται σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, ανεξάρτητα από την άσκηση προηγούμενων πειθαρχικών αγωγών και από τον χρόνο υπηρεσίας του δικαστικού λειτουργού, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκομένου σοβαρά το κύρος της δικαιοσύνης.

3.

Το είδος της ποινής που επιβάλλεται και η επιμέτρησή της προσδιορίζονται από τη βαρύτητα του παραπτώματος, τον βαθμό και την πείρα του δικαστικού λειτουργού, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε το παράπτωμα, την ένταση του δόλου ή τον βαθμό της αμέλειας του διωκομένου και τις προηγούμενες πειθαρχικές καταδίκες αυτού.

4.

Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, ο πειθαρχικός δικαστής δύναται, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί και την προσωπικότητα του διωκομένου, να μην επιβάλει ποινή.

5.

Όταν συνεκδικάζονται περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, εφόσον οι πειθαρχικές ποινές που έχουν επιβληθεί για καθένα από αυτά είναι του αυτού είδους, επιβάλλεται μια συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την πιο βαριά ή, αν οι ποινές είναι ίσες, από μια από αυτές, που προσαυξάνεται μέχρι το ανώτερο όριό της. Η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα τρία τέταρτα (3/4) του αθροίσματος των άλλων πειθαρχικών ποινών.

Άρθρο 112

Έναρξη και λήξη πειθαρχικής ευθύνης δικαστικών λειτουργών

1.

Η πειθαρχική ευθύνη του δικαστικού λειτουργού αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού του και λήγει με τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης. Η πειθαρχική διαδικασία που άρχισε πριν από τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης συνεχίζεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εκτός αν ο δικαστικός λειτουργός απεβίωσε. Στην περίπτωση αυτή το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο κατά το άρθρο 113 μπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές. Αν επιβλητέα, κατά την κρίση του συμβουλίου, πειθαρχική ποινή είναι η προσωρινή ή οριστική παύση, το πειθαρχικό συμβούλιο επιβάλλει, ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος, ποινή προστίμου ίσου προς τις καθαρές αποδοχές έως εννέα (9) μηνών που ο δικαστικός λειτουργός ελάμβανε κατά τον χρόνο εξόδου του από την υπηρεσία.

2.

Πράξεις που τελέστηκαν κατά την διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του δικαστικού λειτουργού στον δημόσιο τομέα ή υπό την ιδιότητα του δικηγόρου τιμωρούνται πειθαρχικώς, εφόσον δεν παρήλθε ο χρόνος παραγραφής που ορίζεται για αυτές. Στην περίπτωση αυτή ο εκτός υπηρεσίας χρόνος, εφόσον δεν υπερβαίνει την πενταετία, δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής.

3.

Η τέλεση κατά τη διαδικασία επιλογής η κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού και έως την αποδοχή του διορισμού παράνομης πράξης σχετικής με τη συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής ή στον διαγωνισμό ή τις προϋποθέσεις διορισμού, συνιστά για τον δικαστικό λειτουργό, πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ’

ΟΡΓΑΝΑ

Άρθρο 113

Όργανα άσκησης πειθαρχικής δικαιοδοσίας σε δικαστικούς λειτουργούς

1.

Η πειθαρχική δικαιοδοσία στους δικαστικούς λειτουργούς ασκείται από δικαστήρια και πειθαρχικά συμβούλια.

2.

Αρμόδια δικαστήρια για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης είναι:

  • α) η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας στα

μέλη του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του, στα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στον Γενικό Επίτροπο, Επίτροπο και στους αντεπιτρόπους της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, στον Γενικό Επίτροπο, Επίτροπο και αντεπιτρόπους της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και σε όλους τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων,

  • β) η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και σε όλους τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς της πολιτικής και ποινικής

δικαιοσύνης,

  • γ) η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού

Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

3.

Τα δικαστήρια της παρ. 2, συγκροτούμενα, όπως ορίζουν οι οργανικοί τους νόμοι, κρίνουν αυτούς που διέπραξαν πειθαρχικά παραπτώματα ύστερα από παραπομπή τους από τα πειθαρχικά συμβούλια. Εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να τιμωρηθεί με ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, επιβάλλει την ποινή αυτή χωρίς να δεσμεύεται από την παραπεμπτική απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου.

4.

Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που προβλέπεται από το άρθρο 91 του Συντάγματος, είναι αρμόδιο να κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, στον Εισαγγελέα και τους αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, στα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στον Γενικό Επίτροπο, Επίτροπο και στους αντεπιτρόπους της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και στον Γενικό Επίτροπο, στον Επίτροπο και τους αντεπιτρόπους της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

5.

Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αρμόδιο: α. Σε πρώτο βαθμό, να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές εκτός από την οριστική παύση: αα. στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, αβ. στους προέδρους εφετών, στους εφέτες και στους προέδρους πρωτοδικών των διοικητικών δικαστηρίων. β. Σε δεύτερο βαθμό να κρίνει τις εφέσεις κατά των

6.

Το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

7.

Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου είναι αρμόδιο: α. Σε πρώτο βαθμό, να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους προέδρους και εισαγγελείς εφετών, εφέτες και αντεισαγγελείς εφετών, προέδρους και εισαγγελείς πρωτοδικών. β. Σε δεύτερο βαθμό, να κρίνει τις εφέσεις κατά των των εφετείων.

8.

Το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου.

9.

Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αρμόδιο σε πρώτο βαθμό να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

10.

Το εννεαμελές πειθαρχικά συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

11.

Τα πενταμελή πειθαρχικά συμβούλια των εφετείων (πολιτικών και διοικητικών) είναι αρμόδια σε πρώτο βαθμό να κρίνουν τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλουν όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους δικαστικούς λειτουργούς του αντίστοιχου σώματος μέχρι και τον βαθμό του πρωτοδίκη και αντεισαγγελέα πρωτοδικών.

12.

Συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων αίρονται με απόφαση του οικείου επταμελούς συμβουλίου, ύστερα από αίτηση του πειθαρχικώς διωκομένου ή εκείνου που ασκεί την πειθαρχική δίωξη.

Άρθρο 114

Συγκρότηση και λειτουργία του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου

1.

Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο που προβλέπεται στο άρθρο 91 του Συντάγματος αποτελείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ως πρόεδρό του, από δύο (2) αντιπροέδρους ή συμβούλους της Επικρατείας, δύο (2) αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτες, δύο (2) αντιπροέδρους ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δύο (2) καθηγητές (α’ βαθμίδας) νομικών μαθημάτων των νομικών τμημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της χώρας, ως μέλη. Τα μέλη του Συμβουλίου ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στο οικείο ανώτατο δικαστήριο ή σε νομική σχολή ως καθηγητές. Στη σύνθεση του Συμβουλίου δεν μετέχουν μέλη που ανήκουν στο σώμα εκείνο, για την ενέργεια μέλους του οποίου καλείται να κρίνει το Συμβούλιο. Όταν το συμβούλιο κρίνει πειθαρχικό παράπτωμα μέλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Τα μέλη που ανήκουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας δεν μετέχουν στη σύνθεση του συμβουλίου και όταν κρίνεται πειθαρχικό παράπτωμα του Γενικού Επιτρόπου, του Επιτρόπου και των αντεπιτρόπων της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Επίσης δεν μετέχουν στο συμβούλιο τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όταν κρίνει πειθαρχικό παράπτωμα του Γενικού Επιτρόπου, του Επιτρόπου και των αντεπιτρόπων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

2.

Για να συγκροτηθεί το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποστέλλει, το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλόγους των αντιπροέδρων και συμβούλων Επικρατείας, των αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και των αρεοπαγιτών, των αντιπροέδρων και συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και των καθηγητών (α’ βαθμίδας) των νομικών μαθημάτων των νομικών τμημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της χώρας. Καθηγητές που είναι και μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των καθηγητών.

3.

Η κατά την παρ. 1 κλήρωση γίνεται κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου σε δημόσια συνεδρίαση του Α’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με βάση τους καταλόγους της παρ. 2 ο πρόεδρος θέτει στην οικεία κληρωτίδα τους κλήρους με τα ονόματα εκείνων που έχουν συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στο οικείο δικαστήριο ή νομική σχολή και εξάγει από κάθε κληρωτίδα τέσσερις (4) κλήρους. Οι δύο (2) πρώτοι κληρούμενοι είναι τακτικά μέλη και οι δύο (2) άλλοι αναπληρωματικά. Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 345/1976 (Α’ 141). Ο Υπουργός Δικαιοσύνης εκδίδει πράξη με τα ονόματα των τακτικών και αναπληρωματικών μελών που κληρώθηκαν, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και τα μέλη που κληρώθηκαν, συγκροτούν το Συμβούλιο κατά το επόμενο έτος.

4.

Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρώνουν τα τακτικά που απουσιάζουν ή κωλύονται, με τη σειρά της κλήρωσής τους. Το ίδιο ισχύει και αν ελλείπει τακτικό μέλος έως ότου γίνει συμπληρωματική κλήρωση.

5.

Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας με τη συμμετοχή όλων των κατά την παρ. 1 μελών του και οι αποφάσεις του λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία. Καθήκοντα γραμματέα του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου εκτελεί ο γραμματέας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κω

6.

Αν κατά τη διάρκεια του έτους αποχωρήσει από την υπηρεσία ή αποβιώσει τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου, γίνεται συμπληρωματική κλήρωση από τα μέλη του σώματος στο οποίο ανήκε. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 2 και 3. Η θητεία των μελών αυτών διαρκεί έως τη λήξη του ημερολογιακού έτους.

7.

Η θητεία του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου παρατείνεται αυτοδικαίως και μετά την 31η Δεκεμβρίου, εφόσον εκκρεμεί η έκδοση οριστικής απόφασης σε υπόθεση που έχει συζητηθεί ενώπιόν του πριν από την ημερομηνία αυτή. Η παράταση αυτή δεν εμποδίζει την ανάδειξη των νέων μελών για το επόμενο έτος και ισχύει μόνο για την εκκρεμή υπόθεση, έως ότου δημοσιευθεί η οριστική απόφαση.

Άρθρο 115

Συγκρότηση και λειτουργία των πειθαρχικών συμβουλίων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Τα επταμελή και τα εννεαμελή πειθαρχικά συμβούλια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτούνται από αντίστοιχο αριθμό τακτικών δικαστών, που ορίζονται κάθε έτος με κλήρωση. Η κλήρωση γίνεται το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους σε δημόσια συνεδρίαση του Α’ τμήματος των δικαστηρίων αυτών. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα του προέδρου, των αντιπροέδρων και των λοιπών μελών του οικείου δικαστηρίου. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα είκοσι δύο (22) σφαιρίδια. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες, οι εννέα (9) πρώτοι κατά σειρά κληρούμενοι αποτελούν τα μέλη του εννεαμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, οι επόμενοι επτά (7) τα μέλη του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, οι επόμενοι τέσσερις (4) τα αναπληρωματικά μέλη του εννεαμελούς πειθαρχικού συμβουλίου και οι τελευταίοι δύο (2) τα αναπληρωματικά μέλη του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου. Δεν μπορούν να κληρωθούν ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη των εννεαμελών συμβουλίων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσοι είχαν κληρωθεί ως μέλη των επταμελών συμβουλίων των δικαστηρίων αυτών κατά το αμέσως προηγούμενο έτος. Για τα δύο (2) στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα αναπληρωματικά μέλη κατά τη σειρά κλήρωσής τους αναπληρώνουν τα τακτικά μέλη που απουσιάζουν ή κωλύονται. Το ίδιο ισχύει όταν ελλείπει τακτικό μέλος, έως ότου γίνει συμπληρωματική κλήρωση.

2.

Η θητεία των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωσή τους έτους. Αν κατά τη διάρκεια της θητείας αποχωρήσει από την υπηρεσία ή αποβιώσει τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του συμβουλίου, γίνεται συμπληρωματική κλήρωση για την οποία εφαρμόζεται η διαδικασία της παρ. 1. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών του πειθαρχικού συμβουλίου.

3.

Η θητεία των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου παρατείνεται αυτοδικαίως και μετά την 31η Δεκεμβρίου, εφόσον εκκρεμεί η έκδοση οριστικής απόφασης σε υπόθεση που έχει συζητηθεί ενώπιον του πριν από την ημερομηνία αυτή. Η παράταση αυτή δεν εμποδίζει την ανάδειξη των νέων μελών για το επόμενο έτος και ισχύει μόνο για την εκκρεμή υπόθεση, έως ότου εκδοθεί απόφαση.

4.

Στα πειθαρχικά συμβούλια προεδρεύει ο ανώτερος στον βαθμό και, αν όλα τα μέλη είναι ισόβαθμα, ο αρχαιότερος. Καθήκοντα γραμματέα ασκεί ο δικαστικός υπάλληλος που ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου.

5.

Τα πειθαρχικά συμβούλια των εφετείων πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης λειτουργούν στα Εφετεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Πατρών και Λάρισας και των διοικητικών εφετείων στα Διοικητικά Εφετεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών, και αποτελούνται από έναν (1) πρόεδρο εφετών και τέσσερις (4) εφέτες, που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που υπηρετούν στο ίδιο εφετείο και έχουν τριετή τουλάχιστον υπηρεσία ως εφέτες. Η κλήρωση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του εφετείου με τριμελή σύνθεση και με δύο (2) κληρωτίδες. Από την πρώτη, που περιέχει σφαιρίδια με τα ονόματα των προέδρων εφετών, εξάγονται δύο (2) σφαιρίδια. Από τους κληρωθέντες ο πρώτος είναι ο πρόεδρος του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου και ο δεύτερος αναπληρωτής του. Από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει σφαιρίδια με τα ονόματα των εφετών που έχουν τριετή υπηρεσία ως εφέτες, εξάγονται έξι (6) σφαιρίδια. Από τους κληρωθέντες οι τέσσερις (4) πρώτοι είναι τα τακτικά και οι επόμενοι δύο (2) τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρώνουν τα τακτικά, όταν απουσιάζουν ή κωλύονται. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων. Πειθαρχικά παραπτώματα αρμοδιότητας πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων, εφόσον διαπράχθηκαν από δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σε περιφέρεια εφετείου, στο οποίο δεν λειτουργεί πενταμελές πειθαρχικό συμβούλιο, εκδικάζονται από το πειθαρχικό συμβούλιο του πλησιέστερου εφετείου. Ως πλησιέστερα εφετεία θεωρούνται: για το Εφετείο Ευβοίας το Εφετείο Αθηνών, για το Εφετείο Λαμίας το Εφετείο Λάρισας, για τα Εφετεία Κέρκυρας, Ιωαννίνων, Καλαμάτας και Ναυπλίου το Εφετείο Πατρών, για τα Εφετεία Κρήτης, Αιγαίου, Βορείου Αιγαίου και Δωδεκανήσου το Εφετείο Πειραιώς, για τα Εφετεία Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας το Εφετείο Θεσσαλονίκης. Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης και για τα Διοικητικά Εφετεία Τρίπολης και Ιωαννίνων το Διοικητικό Εφετείο Πατρών. Σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης του πειθαρχικού συμβουλίου του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, οι ενώπιον αυτού εκκρεμείς πειθαρχικές υποθέσεις παραπέμπονται προς εκδίκαση στο πειθαρχικό συμβούλιο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

6.

Δεν μετέχουν σε πειθαρχικό συμβούλιο ή δικαστήριο για την εκδίκαση ορισμένης πειθαρχικής υπόθεσης:

  • α) οι δικαστικοί λειτουργοί κατά των οποίων φέρεται ότι

τελέστηκε το πειθαρχικό παράπτωμα, β) οι συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως ή σε πλάγια γραμμή έως και τον τέταρτο (4ο) βαθμό ή εξ αγχιστείας έως και τον πρώτο (1ο) βαθμό, καθώς και ο σύζυγος ή συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης είτε του διωκομένου είτε του δικαστικού λειτουργού κατά του οποίου στρέφεται το πειθαρχικό παράπτωμα, γ) εκείνοι που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη ή έχουν διατάξει ή ενεργήσει ανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση στην ίδια πειθαρχική υπόθεση, δ) όσοι έχουν εξεταστεί ως μάρτυρες στην ίδια υπόθεση, ε) οι δικαστές που έχουν μετάσχει σε ποινική δίκη για την ίδια πράξη, στ) όσοι συνδέονται με ιδιαίτερη φιλία ή βρίσκονται σε οξεία αντίθεση με τον διωκόμενο ή έχουν ιδιαίτερη σχέση με την υπόθεση που κρίνεται, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για την αμεροληψία τους. Ο δικαστικός λειτουργός που κωλύεται κατά τα παραπάνω έχει τις υποχρεώσεις του άρθρου 23 του ΚΠΔ, που εφαρμόζεται αναλόγως.

7.

Όσοι έχουν μετάσχει στο πρωτοβάθμιο συμβούλιο δεν μπορούν να μετάσχουν στο δευτεροβάθμιο.

8.

Δεν επιτρέπεται η εξαίρεση τόσων μελών, ώστε να μην είναι δυνατή η σύνθεση του συμβουλίου από τα λοιπά.

9.

Δεν μπορούν να ορισθούν τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη των Πειθαρχικών Συμβουλίων, όσοι άσκησαν καθήκοντα στις αντίστοιχες θέσεις κατά τα αμέσως δύο (2) προηγούμενα έτη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ’

ΔΙΩΞΗ

Άρθρο 116

Διαδικασία πειθαρχικής δίωξης

1.

Η δίωξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων γίνεται αυτεπαγγέλτως με βάση τα στοιχεία που περιέρχονται σε αυτόν που είναι αρμόδιος να την ασκήσει. Ανώνυμες αναφορές δεν λαμβάνονται υπόψη και τίθενται αμέσως στο αρχείο, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε κοινοποίηση της πράξης αρχειοθέτησης.

2.

Η προδικασία ενώπιον των πειθαρχικών δικαστηρίων και συμβουλίων είναι μυστική. Η κύρια διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών δικαστηρίων είναι δημόσια και η απόφασή τους απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Η κύρια διαδικασία στα πειθαρχικά συμβούλια είναι μυστική.

3.

Η πειθαρχική διαδικασία διεξάγεται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε υπέρ ούτε σε βάρος του διωκομένου. Αναφορές ιδιωτών, με τις οποίες ζητείται να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη σε βάρος δικαστικού λειτουργού, είναι απαράδεκτες, αν δεν συνοδεύονται από ηλεκτρονικό παράβολο πενήντα (50) ευρώ υπέρ του Δημοσίου, το οποίο επιστρέφεται, αν γίνουν ολικά ή μερικά δεκτές με την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Το ύψος του ποσού του ανωτέρω παραβόλου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

4.

Κατά τη διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων επιτρέπεται συμπαράσταση με δικηγόρο.

5.

Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, που φέρονται ότι έχουν διαπραχθεί από τον ίδιο δικαστικό λειτουργό μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πειθαρχικής δίωξης με την άσκηση μιας μόνον πειθαρχικής αγωγής. Αν, όμως, ο πειθαρχικός δικαστής κρίνει ότι η συνεκδίκαση προξενεί βλάβη, διατάσσει τον χωρισμό. Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία ασκήθηκαν χωριστές πειθαρχικές αγωγές, μπορούν να συνεκδικασθούν από τον πειθαρχικό δικαστή εφόσον αυτό δεν προκαλεί βλάβη.

6.

Όταν διώκονται περισσότεροι ως συμμέτοχοι για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, η πειθαρχική δίκη γίνεται ενιαία για όλους, εφόσον ανήκουν στην ίδια κατηγορία δικαστηρίων και αρμόδιο είναι το ανώτερο κατά βαθμό συμβούλιο, αλλιώς η δίκη χωρίζεται για αυτούς που υπάγονται σε συμβούλιο ή δικαστήριο άλλης κατηγορίας.

7.

Για την επίδοση κλήσεων κατά την πειθαρχική διαδικασία και την κοινοποίηση εγγράφων που προβλέπονται από τον παρόντα συντάσσεται έκθεση. Τα έγγραφα που επιδίδονται στον διωκόμενο διαβιβάζονται με εμπιστευτική αλληλογραφία στον προϊστάμενο της υπηρεσίας του, ο οποίος τα επιδίδει αυτοπροσώπως, εκτός αν ο διωκόμενος αδυνατεί ή αρνείται να τα παραλάβει, οπότε εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 143 έως 153 και 155 έως 163 του ΚΠΔ.

Άρθρο 117

Άσκηση πειθαρχικής δίωξης

1.

Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης είναι:

  • α) ο Υπουργός Δικαιοσύνης για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς,
  • β) ο αρχαιότερος από τους κληρωθέντες, κατά τις

παρ. 4 και 5 του άρθρου 97, στο Συμβούλιο Επιθεώρησης αντιπροέδρους τακτικούς και αναπληρωματικούς, για τους παρέδρους, τους εισηγητές και τους δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας,

  • γ) ο αντιπρόεδρος που προεδρεύει στο Συμβούλιο

Επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τους δικαστικούς λειτουργούς των διοικητικών δικαστηρίων,

  • δ) ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης, για

όλους τους δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών ποινικών δικαστηρίων, εκτός από τα μέλη του Αρείου Πάγου,

  • ε) ο αρχαιότερος από τους κληρωθέντες, κατά την

παρ. 6 του άρθρου 96, στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, αντιπροέδρους τακτικούς και αναπληρωματικούς, για τους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές της Γενικής Επιτροπείας,

  • στ) ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης

του εφετείου ή ο πρόεδρος του εφετείου πολιτικού ή διοικητικού για τους προέδρους πρωτοδικών, πρωτοδίκες, παρέδρους, ειρηνοδίκες και πταισματοδίκες,

  • ζ) ο εισαγγελέας εφετών ή ο προϊστάμενος της εισαγγελίας εφετών για τους εισαγγελείς, αντεισαγγελείς πρωτοδικών και παρέδρους της εισαγγελίας.
2.

Ο αρμόδιος να ασκήσει τη δίωξη, όταν λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση ότι τελέστηκε από δικαστικό λειτουργό πράξη που μπορεί να χαρακτηριστεί ως πειθαρχικό παράπτωμα, υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική αγωγή, εκτός αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 4. Στην περίπτωση της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκτέλεση καθηκόντων, η πειθαρχική αγωγή ασκείται μέσα σε δύο (2) μήνες από τότε που περιήλθε σε γνώση του αρμοδίου για την άσκηση της δίωξης η καθυστέρηση αυτή.

3.

Αν τα στοιχεία που περιέρχονται στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και όσα συλλέγει ο ίδιος δεν πιθανολογούν τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος ή αν τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται δεν συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή δεν επισύρουν πειθαρχική κύρωση λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του κοινοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης.

4.

Αν πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα που οφείλονται σε ελαφρά αμέλεια και δικαιολογούν μόνο ποινή επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου οργάνου, το οποίο λαμβάνει υπόψη το συμφέρον της δικαιοσύνης και την όλη διαγωγή του δικαστικού λειτουργού εντός και εκτός της υπηρεσίας.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)