Νόμοι — ΦΕΚ A' 109/2022
Επιθεωρητές και διευθύνοντες δικαστήρια ή εισαγγελίες, μόλις λάβουν γνώση ότι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο δικαστήριο ή στην εισαγγελία της οποίας προΐστανται, διέπραξε πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο δεν έχουν αρμοδιότητα δίωξης, οφείλουν να το ανακοινώσουν στο αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης όργανο και να διαβιβάσουν τα σχετικά στοιχεία.
Εκθέσεις επιθεωρητών που περιέχουν πρόταση για πειθαρχική δίωξη δικαστικού λειτουργού διαβιβάζονται στο αρμόδιο όργανο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης με τα σχετικά στοιχεία.
Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών υποχρεούται να γνωστοποιεί αμέσως στο αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο κάθε ποινική δίωξη που ασκεί κατά δικαστικού λειτουργού.
Αν κατά τη διάρκεια ποινικής ή πειθαρχικής ανάκρισης προκύπτουν πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, ο ανακριτής συντάσσει σχετική έκθεση και τη στέλνει αμέσως στον αρμόδιο πειθαρχικώς προϊστάμενο για να ασκήσει την πειθαρχική δίωξη.
Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης ενεργεί αμέσως προκαταρκτική εξέταση. Η προκαταρκτική εξέταση είναι άτυπη και ενεργείται είτε από τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής αγωγής είτε, με εντολή του, από άλλο δικαστικό λειτουργό ανώτερο κατά βαθμό από εκείνον που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα.
Εκείνος που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση:
- α) οφείλει να ζητήσει προφορικές ή έγγραφες εξηγήσεις από αυτόν που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα με γραπτή κλήση, στην οποία περιέχεται ακριβής περιγραφή των πραγματικών περιστατικών,
που στοιχειοθετούν το ερευνώμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τις διατάξεις, που το προβλέπουν,
- β) δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες ή τη διαβίβαση
συναφών στοιχείων από κάθε άλλη αρχή,
- γ) μεριμνά για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών
στοιχείων και,
- δ) εξετάζει μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο.
Ο καλούμενος να δώσει εξηγήσεις έχει δικαίωμα να λάβει προηγουμένως γνώση όλων των στοιχείων που τον αφορούν. Για την προκαταρκτική εξέταση συντάσσεται έκθεση, της οποίας το πόρισμα πρέπει να είναι αιτιολογημένο.
Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν από την προκαταρκτική εξέταση καταλήξει στην κρίση ότι δεν συντρέχει λόγος να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη που κοινοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Η σχετική πράξη δεν αναγράφεται στο μητρώο δικαστικών λειτουργών, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται να αποτελεί στοιχείο κρίσης του.
Αν για την ίδια περίπτωση έχουν επιληφθεί περισσότεροι από τους κατά την παρ. 1 συναρμόδιους δικαστικούς λειτουργούς, η διαδικασία για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης συνεχίζεται μόνο από αυτόν, που σύμφωνα με το άρθρο 66 είναι κατά βαθμόν ανώτερος και ο οποίος καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιος. Στην περίπτωση αυτή ο ιεραρχικά κατώτερος σε βαθμό υποβάλλει όλα τα σχετικά έγγραφα στον ανώτερο. Σε περίπτωση ομοιοβάθμων, αρμόδιος καθίσταται ο το πρώτον επιληφθείς. Αν η υπόθεση τεθεί στο αρχείο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 11, δεν μπορεί να επανέλθει σε αυτήν άλλος αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης εκτός από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.
Άρθρο 118
Έναρξη και λήξη πειθαρχικής διαδικασίας
Η πειθαρχική διαδικασία αρχίζει με την έγερση πειθαρχικής αγωγής και τελειώνει με την έκδοση, σε σύντομο χρονικό διάστημα, οριστικής και τελεσίδικης απόφασης.
Η πειθαρχική αγωγή περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου και β) τον καθορισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε και τις διατάξεις που το προβλέπουν. και τον βαθμό του διωκομένου κατά τον χρόνο άσκησης της πειθαρχικής αγωγής, με την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 108. Αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής, όταν δεν ασκείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η πειθαρχική αγωγή κοινοποιείται επίσης στον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία, όπου υπηρετεί ο διωκόμενος δικαστικός λειτουργός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΒ’
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 119
Προδικασία πειθαρχικής δίωξης
Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου ορίζει ένα (1) από τα μέλη του ως εισηγητή. Η σχετική πράξη με αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής επιδίδεται στον διωκόμενο. Ο εισηγητής αντικαθίσταται, αν κωλύεται ή αν ο διωκόμενος, μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την έκδοση της πράξης, ζητήσει την εξαίρεσή του και το πειθαρχικό συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του εισηγητή, δεχθεί το αίτημα. Αίτημα εξαίρεσης και άλλου εισηγητή δεν επιτρέπεται.
Ο εισηγητής καλεί τον διωκόμενο σε απολογία. Στην κλήση τάσσεται εύλογη προθεσμία, όχι βραχύτερη από πέντε (5) ημέρες, η οποία με αίτηση του διωκομένου μπορεί να παραταθεί έως το τριπλάσιο. Κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της κλήσης έως τη συζήτηση της υπόθεσης, ο διωκόμενος λογίζεται ότι είναι σε άδεια επί ένα δεκαήμερο, αν το δηλώσει εγγράφως στον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία.
Ο διωκόμενος λαμβάνει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και δύναται να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων, οπότε συντάσσεται ειδική έκθεση. Η απολογία του είναι έγγραφη και εγχειρίζεται στον εισηγητή, ο οποίος χορηγεί έγγραφη απόδειξη παραλαβής, ή κατατίθεται στον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία, ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στο αρμόδιο συμβούλιο ή υποβάλλεται στον εισηγητή με συστημένη επιστολή. Στην απολογία επισυνάπτονται όσα στοιχεία έχει στη διάθεσή του ο διωκόμενος, ο οποίος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή εύλογη προθεσμία για να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία. Στην απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να προτείνει την εξέταση ως πέντε (5) το πολύ μαρτύρων και να επισημάνει ότι υπάρχουν συγκεκριμένα κρίσιμα έγγραφα ή άλλα στοιχεία σε οποιαδήποτε αρχή, με τα οποία πρέπει να συμπληρωθεί ο πειθαρχικός φάκελος, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 120.
Άρθρο 120
Ανάκριση σε περίπτωση πειθαρχικής δίωξης
Αν μετά την απολογία του διωκομένου τα στοιχεία του φακέλου κριθούν από τον εισηγητή και τον πρόεδρο επαρκή για να εισαχθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, ενεργούνται όσα ορίζονται στο άρθρο 121. Αν κριθούν ανεπαρκή από τον εισηγητή ή τον πρόεδρο, ο τελευταίος ορίζει ως ανακριτή άλλο μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, τακτικό ή αναπληρωματικό, για να ενεργήσει ανάκριση. Η σχετική πράξη επιδίδεται στον διωκόμενο, που μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του ανακριτή σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 119.
Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών για τον σχηματισμό της κρίσης του πειθαρχικού συμβουλίου. Ανακριτικές πράξεις είναι: α) η εξέταση μαρτύρων, β) η εξέταση του διωκομένου, γ) η αυτοψία, δ) η πραγματογνωμοσύνη, και ε) η αναζήτηση εγγράφων. Για τις τέσσερις (4) πρώτες συντάσσεται έκθεση. Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης υπηρεσιακό απόρρητο, εφόσον δεν συναινεί στην ανακοίνωσή του η αρμόδια αρχή, καθώς και κάθε επαγγελματικό κατά τον νόμον απόρρητο.
Ο ανακριτής ενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις στην έδρα του. Αν πρόκειται να ενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του, ο ανακριτής μπορεί, εφόσον δεν κρίνει αναγκαία τη μετακίνησή του, να παραγγείλει την ενέργειά της από δικαστικό λειτουργό ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο από τον διωκόμενο, ο οποίος υπηρετεί στην περιφέρεια όπου πρόκειται να ενεργηθεί η ανακριτική πράξη.
Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής τους, εκτός αν δηλώσουν ότι επιθυμούν να εξεταστούν στην έδρα του ανακριτή. Πριν από την εξέτασή τους οι μάρτυρες ορκίζονται κατά τον τύπο που προβλέπει το άρθρο 219 του ΚΠΔ. Η μη εμφάνιση ή άρνηση κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με τον διωκόμενο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τρίτο (3ο) βαθμό. Η εξέταση μαρτύρων πέρα από αυτούς που προτείνει ο διωκόμενος απόκειται στην κρίση του ανακριτή.
Κατά την ανάκριση εξετάζεται ανωμοτί ο διωκόμενος, ο οποίος δικαιούται πριν από την απολογία του να λάβει γνώση των εγγράφων του φακέλου. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκομένου να εξετασθεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης.
Η αυτοψία ενεργείται είτε από τον ανακριτή είτε, αν αυτός το προτείνει, από ολόκληρο το πειθαρχικό συμβούλιο, για να διαπιστωθούν οι πραγματικές συνθήκες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλων συναφών με αυτό στοιχείων. Η εξέταση δημόσιων εγγράφων ή ιδιωτικών εγγράφων που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή ενεργείται στο γραφείο που αυτά φυλάσσονται. Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δικαστικοί λειτουργοί ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή επιστήμονες ή τεχνικοί από τον πίνακα του άρθρου 185 του ΚΠΔ. Όταν γίνει η πραγματογνωμοσύνη, οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου και καταβάλλονται από το Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο λογιστικό. Κατά τα λοιπά στην αυτοψία και στην στην αρμοδιότητά της ή αντιγράφων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή της.
Έγγραφα τα οποία κατέχει ιδιώτης μπορούν να ζητηθούν από τον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο ανακριτής είναι υποχρεωμένος, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, να χορηγήσει ατελώς, εκτός από απόδειξη παραλαβής, και επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων που παρέλαβε. Αν πρόκειται για έγγραφα αναγκαία στον ιδιώτη για την εξυπηρέτηση συμφέροντός του, εξετάζονται στον τόπο όπου βρίσκονται. Η άρνηση της παράδοσης ή ανακοίνωσης τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα.
Άρθρο 121
Προδικασία συζήτησης πειθαρχικού συμβουλίου - Κλήση του διωκομένου
Μετά από το τέλος της ανάκρισης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου, αφού λάβει τη δικογραφία, ορίζει με πράξη του ημερομηνία για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η πράξη αυτή κοινοποιείται σε όλα τα μέλη του συμβουλίου. Η ημερομηνία της συζήτησης δεν επιτρέπεται να απέχει λιγότερο από δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης. Η πράξη κοινοποιείται και στον διωκόμενο με κλήση να προσέλθει και να λάβει γνώση, αν επιθυμεί, του φακέλου και να παραστεί κατά τη συζήτηση. Η κλήση επιδίδεται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης. Η μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.
Ο πρόεδρος του συμβουλίου μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του διωκομένου, να καλέσει ενώπιον του συμβουλίου μάρτυρες.
Άρθρο 122
Κύρια διαδικασία στα πειθαρχικά συμβούλια
Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ή δεν προσήλθε από ανυπέρβλητο κώλυμα, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Το συμβούλιο μπορεί, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω όροι, να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση λόγω της μη προσέλευσης του διωκομένου ή μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία, ή για άλλον σπουδαίο λόγο. Σχετικά με την προσαγωγή μαρτύρων εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠΔ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, το συμβούλιο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του διωκομένου.
Ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει εγγράφως πριν από την έναρξη της συνεδρίασης την εξαίρεση δύο (2) το πολύ μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, αναφέροντας τους λόγους εξαίρεσης. Για την αίτηση αποφασίζει το συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τα μέλη, την εξαίρεση των οποίων αποφάσισε το συμβούλιο, αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εισηγητής διαβιβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης, αν έχει ενεργηθεί. Στη συνέχεια καλούνται για εξέταση οι μάρτυρες και δίνεται ο λόγος στον διωκόμενο να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του συμβουλίου. Ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει υπόμνημα μέσα σε εύλογη προθεσμία, που ορίζει ο πρόεδρος. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει την άδεια στα μέλη του συμβουλίου και στον διωκόμενο να υποβάλλουν ερωτήσεις. Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από τον γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει συνοπτικά τις καταθέσεις των μαρτύρων, την προφορική απολογία του διωκομένου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός, που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει την αυτολεξεί καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση, επιτρέποντας ενδεχομένως την υπαγόρευσή τους.
Το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία. Αν τα κρίνει ανεπαρκή, μπορεί, με απόφασή του, να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις. Αν αποφασιστεί η διενέργεια αυτοψίας, διενεργείται από το συμβούλιο. Η προδικαστική απόφαση επιδίδεται στον διωκόμενο και όταν ενεργηθούν όσα διατάσσονται με αυτήν επαναλαμβάνεται η κύρια διαδικασία. Αν κατά τη διάσκεψη διατυπώνονται σε κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο (2) γνώμες με αποτέλεσμα να μην σχηματίζεται πλειοψηφία, αυτοί που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για τον διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη. Το σχέδιο της απόφασης συντάσσεται από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο. Η απόφαση περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο και τον βαθμό του διωκομένου, μνεία της παράστασής του ή της νόμιμης κλήτευσής του, συνεπτυγμένη περίληψη της κατηγορίας και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκομένου, αιτιολογικό τόσο ως προς τη διαπίστωση ή μη της ενοχής όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής και διατακτικό.
Η οριστική απόφαση επιδίδεται με επιμέλεια του γραμματέα στο διωκόμενο, στον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της αρχής όπου υπηρετεί ο διωκόμενος και σε όσους έχουν δικαίωμα έφεσης.
Άρθρο 123
Ένδικα μέσα κατά αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων
Οι οριστικές αποφάσεις των συμβουλίων που αναφέρονται στις παρ. 5, 7, 9 και 11 του άρθρου 113 υπόκεινται σε έφεση όταν έχουν εκδοθεί σε πρώτο βαθμό. άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο. Η έφεση στην περίπτωση αυτή ασκείται μέσα σε έναν (1) μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης σε αυτούς, και πάντως όχι πέρα από τρεις (3) μήνες από την έκδοση της απόφασης.
- β) Αυτός που τιμωρήθηκε, καθώς και εκείνος που
απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης.
Η έφεση ασκείται με κατάθεση στον γραμματέα του συμβουλίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή με αποστολή του εγγράφου της έφεσης στον ίδιο γραμματέα, οπότε ως ημερομηνία άσκησης λαμβάνεται η χρονολογία πρωτοκόλλησης του εγγράφου. Η έφεση μπορεί να ασκηθεί από αυτόν που διώχθηκε και με κατάθεσή της στον γραμματέα του δικαστηρίου, όπου υπηρετεί, ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής στην αλλοδαπή, οι οποίοι την αποστέλλουν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον γραμματέα του συμβουλίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διωκομένου, αν αυτός μόνο έχει ασκήσει έφεση. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκηση της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.
Ως προς τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, τα δικαιώματα του διωκομένου, την έκδοση και επίδοση της απόφασης σε αυτόν, ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται παραπάνω για τα πρωτοβάθμια συμβούλια.
Τελεσίδικη απόφαση πειθαρχικού συμβουλίου υπόκειται μόνο σε επανάληψη της πειθαρχικής δίκης:
- α) αν μετά από την καταδικαστική πειθαρχική απόφαση εκδόθηκε για την ίδια πράξη αμετάκλητη αθωωτική
ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα,
- β) αν μετά από την αθωωτική πειθαρχική απόφαση
εκδόθηκε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για την ίδια πράξη σε βαθμό πλημμελήματος ή κακουργήματος και,
- γ) αν μετά από την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης αποκαλύφθηκαν νέα αποδεικτικά στοιχεία ή ανατράπηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η
αποδεικτική δύναμη στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη. Την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης ζητεί στις περ. α) και γ) αυτός που διώχθηκε πειθαρχικά και στην περ. β) ο Υπουργός Δικαιοσύνης ή το κατά περίπτωση αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο. Η αίτηση απευθύνεται προς το συμβούλιο που είχε εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης ασκείται, όπως η έφεση, μέσα σε ένα (1) έτος από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η δικαστική απόφαση στην οποία στηρίζεται ή αφότου αποκαλύφθηκαν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. Μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης αυτού που τιμωρήθηκε δεν επιδρά στην αρμοδιότητα του συμβουλίου που είχε εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Κατά την επανάληψη της δίκης τηρείται η διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 120 έως 122. Η απόφαση που εκδίδεται, αν α) είναι αθωωτική ή επιβάλλει ελαφρότερη ποινή διότι έγινε δεκτή η αίτηση αυτού που τιμωρήθηκε ή β) είναι καταδικαστική διότι έγινε δεκτή η αίτηση του Υπουργού, εξαφανίζει την αρχική απόφαση.
Εκτός από τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στο παρόν, οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων δεν υπόκεινται σε κανένα άλλο ένδικο μέσο ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ούτε σε προσφυγή ενώπιον οποιασδήποτε αρχής.
Άρθρο 124
Συνέπειες αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων
Όταν η απόφαση γίνει τελεσίδικη, είναι εκτελεστή και ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου διατάσσει να επιδοθεί κυρωμένο αντίγραφό της σε αυτόν που διώχθηκε πειθαρχικά. Ακολούθως διαβιβάζει όλο τον φάκελο, με το αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο φροντίζει για τις ενέργειες εκτέλεσης. Οι πειθαρχικές αποφάσεις καταχωρίζονται στο μητρώο αυτού που διώχθηκε και αντίγραφό τους τίθεται στον ατομικό φάκελό του, όπου και αν τηρείται. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Απαλλακτική πειθαρχική απόφαση δεν αναγράφεται στο μητρώο του δικαστικού λειτουργού, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας, όπως και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο που περιλήφθηκε στον φάκελο της πειθαρχικής διαδικασίας και δεν επιτρέπεται να αποτελούν στοιχείο κρίσης του.
Η εκτέλεση της απόφασης που επιβάλλει πρόστιμο γίνεται από τον οικείο εκκαθαριστή των αποδοχών. Το ποσό του προστίμου παρακρατείται από τις αποδοχές του πρώτου μήνα από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης στον εκκαθαριστή. Αν το ποσό αυτό είναι ανώτερο από το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών του τιμωρημένου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, που ορίζονται από την απόφαση. Καμιά δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τέταρτο των μηνιαίων αποδοχών. Αν ο τιμωρημένος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα οφειλόμενα ποσά βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. μετά την αποστολή χρηματικού καταλόγου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. κατά το άρθρο 2 του Κ.Ε.Δ.Ε. και το άρθρο 55 του π.δ. 16/1989 (Α’ 6).Τα εισπραττόμενα ποσά προστίμου περιέρχονται στο δημόσιο ταμείο. Αν ο τιμωρημένος αποβιώσει, η οφειλή κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί διαγράφεται.
Η εκτέλεση της ποινής προσωρινής παύσης αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης στον τιμωρημένο ή τη επόμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία η απόφαση που υπόκειται σε έφεση έγινε τελεσίδικη. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ποινής προσωρινής παύσης ο τιμωρημένος: την ιδιότητά του ως δικαστικού λειτουργού και,
- β) στερείται το μισό των αποδοχών του κάθε μήνα. Η
παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών του και το ποσό που παρακρατείται περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο.
Διαγράφονται από το μητρώο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις του οι ποινές της επίπληξης μετά από ένα έτος, του προστίμου μετά από διετία και της προσωρινής παύσης μετά πενταετία, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί σε αυτόν οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Αν μέσα στον άνω χρόνο επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά από την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται για αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη.
Άρθρο 125
Διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών δικαστηρίων
Εφόσον το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει ότι ο δικαστικός λειτουργός είναι υπαίτιος του πειθαρχικού παραπτώματος και πρέπει να τιμωρηθεί με την ποινή της οριστικής παύσης, παραπέμπει, με αιτιολογημένη απόφαση, την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Η απόφαση αυτή δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο, κοινοποιείται στον διωκόμενο και διαβιβάζεται αμέσως με όλο τον φάκελο στον πρόεδρο του παραπάνω δικαστηρίου, ο οποίος ορίζει ένα (1) από τα μέλη του ως εισηγητή. Η πράξη ορισμού του εισηγητή επιδίδεται στον διωκόμενο.
Κατά την προδικασία δεν απαιτείται επανάληψη αυτών που ορίζονται στα άρθρα 119 και 120. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως αυτά που ορίζονται στο άρθρο 121. Η συνεδρίαση του δικαστηρίου διέπεται από τις οικείες διατάξεις. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρο 122. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου παρίσταται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, και ο οικείος εισαγγελέας ή επίτροπος. Ο διωκόμενος μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως μόνος ή μετά ή δια δικηγόρου.
Η πειθαρχική δίκη ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί να επαναληφθεί κατά τους όρους της παρ. 5 του άρθρου 123.
Η δικαστική απόφαση που επιβάλλει ποινή οριστικής παύσης διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης για την έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος. Αν το δικαστήριο επιβάλει ελαφρότερη ποινή ή κηρύξει αθώο το διωκόμενο, εφαρμόζεται το άρθρο 124.
Αν ο διωκόμενος κηρυχθεί αθώος ή τιμωρηθεί με ελαφρότερη ποινή ύστερα από επανάληψη της δίκης, η δικαστική απόφαση διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης για να εκδοθεί προεδρικό διάταγμα, εφόσον είναι αναγκαίο.
Ο δικαστικός λειτουργός που αποκαθίσταται με την ακύρωση ή επιβολή ελαφρότερης πειθαρχικής ποινής καταλαμβάνει την κενή θέση του βαθμού του, εφόσον υπάρχει, διαφορετικά παραμένει ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει τη θέση που κενώνεται. Ο απαλλασσόμενος ως αθώος ανακτά τη σειρά αρχαιότητάς του.
ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ
Άρθρο 126
Άσκηση δημόσιας υπηρεσίας διοικητικής φύσεως
Δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, πάρεδροι πρωτοδικείου των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πάρεδροι εισαγγελίας και δόκιμοι ειρηνοδίκες, οι οποίοι μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας κρίνονται από το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μη διοριστέοι σε θέση ισόβιου δικαστικού λειτουργού, διορίζονται χωρίς διαγωνισμό σε ανάλογη προς τα προσόντα τους θέση διοικητικού υπαλλήλου, εφόσον έχουν τα προσόντα που προβλέπονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα και κρίνονται επαρκείς προς τούτο με την περί απόλυσής τους απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο διαλαμβάνει στην απόφασή του, αν ο κρινόμενος είναι επαρκής για την άσκηση διοικητικής φύσεως δημόσιας υπηρεσίας. Σε καταφατική περίπτωση ο κρινόμενος δικαιούται να ζητήσει εντός μηνός από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης του συμβουλίου, με αίτησή του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τον διορισμό του στη γραμματεία των δικαστηρίων ή των εισαγγελιών ή σε δημόσια διοικητική θέση, πλην των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων. Η αίτηση γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, καθορίζονται οι δημόσιες υπηρεσίες στις οποίες μπορεί να διορισθεί ο αιτών, συνιστώμενης ανάλογης θέσης, εφόσον δεν υπάρχει κενή, ο βαθμός με τον οποίο διορίζεται, ανάλογα με τα προσόντα του, ο τρόπος καθορισμού της σειράς που λαμβάνει και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Ο απολυόμενος δικαιούται να διορισθεί δικηγόρος στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη ή στην περιφέρεια οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου επιθυμεί, εκτός από εκείνα στα οποία υπηρέτησε μέχρι την απόλυσή του, εφόσον είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δικηγόρου προ του διορισμού του.
Πάρεδρος και εισηγητής του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφέτης, πρόεδρος πρωτοδικών και πρωτοδίκης των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αντεισαγγελέας εφετών, εισαγγελέας και αντεισαγγελέας πρωτοδικών και ειρηνοδίκης που παραλείπεται να προαχθεί για τρίτη τουλάχιστον φορά λόγω ανεπάρκειας, εάν μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας παράλειψης μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, παραπέμπεται υποχρεωτικά με το ερώτημα της οριστικής παύσης λόγω ανεπάρκειας στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την στην απόφασή του, αν ο κρινόμενος επαρκεί για την άσκηση δημόσιας, διοικητικής φύσεως υπηρεσίας. Σε καταφατική περίπτωση ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 1.
Όπου σε κείμενες διατάξεις αναφέρονται οι βαθμοί «έμμισθος πάρεδρος παρά πρωτοδίκαις», «έμμισθος πάρεδρος παρ’ εισαγγελία», και «έμμισθος πάρεδρος τακτικών διοικητικών δικαστηρίων» νοούνται αντίστοιχα οι βαθμοί «πάρεδρος πρωτοδικείου», «πάρεδρος εισαγγελίας» και «πάρεδρος πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Άρθρο 127
Όργανα και λειτουργία της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης
Η συμμετοχή δικαστικών ή εισαγγελικών λειτουργών στην υλοποίηση προγραμμάτων και δράσεων με αντικείμενο την ανάπτυξη, την προώθηση και τη βελτίωση της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης συνιστά δικαστικό έργο, το οποίο παρέχεται στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους. Η επιλογή του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού που μετέχει σε ομάδες εργασίας για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων και δράσεων, γίνεται με πράξη του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στην οργάνωση του οποίου ή της οποίας αποσκοπούν οι προς υλοποίηση δράσεις και στο οποίο υπηρετεί ο επιλεγόμενος λειτουργός.
Η διαχείριση των δικαστικών υποθέσεων και η διενέργεια των εργασιών των δικαστηρίων, πραγματοποιείται, εφόσον τούτο είναι εφικτό και τηρουμένων των οικείων δικονομικών και διαδικαστικών διατάξεων, μέσω Ολοκληρωμένων Πληροφοριακών Συστημάτων Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων («Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.»). Τα συστήματα αυτά, τα οποία είναι διακριτά ανά κλάδο δικαιοδοσίας, ανήκουν στα οικεία ανώτατα δικαστήρια και τελούν υπό τη διαχείριση δικαστικών αρχών, δύνανται να διαλειτουργούν, ιδίως, α) μεταξύ τους, β) με πληροφοριακά συστήματα της δημόσιας διοίκησης, γ) με το πληροφοριακό σύστημα της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, δ) με τα πληροφοριακά συστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ε) με τα ηλεκτρονικά συστήματα του ν. 4738/2020 (Α’ 207). Για την ανάπτυξη των ως άνω διαλειτουργικοτήτων συνάπτονται μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων των κυρίων των πληροφοριακών συστημάτων μνημόνια συνεργασίας. Τα Ο.Σ.Δ.Δ.Υ., όταν παρέχουν ψηφιακές υπηρεσίες προς τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, είναι προσβάσιμα και μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (ΕΨΠ-gov.gr) σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 4727/2020.
Με τους κανονισμούς λειτουργίας των ανωτάτων δικαστηρίων κάθε δικαιοδοσίας προσδιορίζονται, εκτός των άλλων, α) η χρήση των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας (Τ.Π.Ε.) από τα δικαστήρια για τις ανάγκες της λειτουργίας τους και ιδίως για την έκδοση πρωτοτύπων ηλεκτρονικών εγγράφων και αντιγράφων αυτών με τη θέση ηλεκτρονικής υπογραφής και σφραγίδας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25 και για την εν γένει διακίνηση και διαχείριση ηλεκτρονικών εγγράφων, β) η χρήση και επαναχρησιμοποίηση ανοιχτών δεδομένων στις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες διατίθενται στο κοινό σε ηλεκτρονική μορφή, γ) τα δικαιώματα πρόσβασης των διαφόρων κατηγοριών χρηστών στα Ο.Σ.Δ.Δ.Υ. της παρ. 1 και ο τρόπος άσκησης αυτών, κατόπιν εισήγησης του υπευθύνου για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων και του οικείου τμήματος πληροφορικής εφόσον υπάρχουν. Ως προς τα ως άνω ζητήματα ρύθμισης της χρήσης Τ.Π.Ε. οι κανονισμοί των ανωτάτων δικαστηρίων λογίζονται ως πρότυποι κανονισμοί για όλα τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια της οικείας δικαιοδοσίας. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που διέπουν την πρόσβαση στις δικαστικές αποφάσεις και τη δημοσιότητά τους, τα δικαστήρια διαθέτουν στο κοινό σε ηλεκτρονική μορφή διαμέσου της ιστοσελίδας τους τις δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες δημοσιεύουν και οι οποίες έχουν υποστεί κατάλληλη επεξεργασία ανωνυμοποίησης. Μέχρι την τροποποίηση των κανονισμών των ανωτάτων δικαστηρίων κατά τα ανωτέρω στην περίπτωση που η άσκηση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων πραγματοποιείται εν όλω ή εν μέρει με τη χρήση Τ.Π.Ε., εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 2, 3, 12 έως 20 του ν. 4727/2020 (Α’ 184).
Για την εποπτεία και τον συντονισμό όλων των ψηφιακών έργων της δικαιοσύνης με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης συστήνεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης Ανώτατο Συμβούλιο Διοίκησης Έργων Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης, το οποίο αποτελείται από: α) τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως πρόεδρο,
- β) τον πρόεδρο της Επιτροπής Εποπτείας Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων
Διοικητικής Δικαιοσύνης της παρ. 5, γ) τον πρόεδρο της Επιτροπής Εποπτείας Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής - Ποινικής Δικαιοσύνης της παρ. 6, δ) τον πρόεδρο της Επιτροπής Εποπτείας Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου της παρ. 7, ε) έναν (1) δικηγόρο που ορίζεται από την Ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων, στ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης και ζ) τον Προϊστάμενο του Αυτοτελούς Τμήματος Στρατηγικής, Προγραμματισμού και Διαχείρισης Έργων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου, που ορίζονται το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου αρχίζει την 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους ορισμού και λήγει την 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους.
Την τεχνική υποστήριξη, συντήρηση και περαιτέρω ανάπτυξη των συστημάτων της παρ. 3 ασκούν, κατά δικαιοδοσία, κατ’ αρχήν, οι αρμόδιες για τη χρήση επικοινωνιών Τ.Π.Ε. επιμέρους οργανικές μονάδες των γραμματειών των δικαστηρίων, υπό την εποπτεία επι των αντίστοιχων οργανικών μονάδων της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Τα Τμήματα Πληροφορικής των ανωτέρω γραμματειών στελεχώνονται από εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο υποστηρίζει τη λειτουργία των πληροφοριακών συστημάτων της Δικαιοσύνης αδιαλείπτως. Τα όργανα των δικαστηρίων που είναι αρμόδια για την κατάρτιση συμβάσεων δύνανται να συνάπτουν μνημόνια συνεργασίας και να αναθέτουν συμβάσεις παροχής τεχνικής υποστήριξης ιδίως για την εφαρμογή και υλοποίηση ευρωπαϊκών και εθνικών αναπτυξιακών προγραμμάτων, καθώς και συμβουλευτικών υπηρεσιών.
Η εποπτεία και διαχείριση του Ο.Σ.Δ.Δ.Υ. Διοικητικής Δικαιοσύνης πραγματοποιείται από την Επιτροπή Πληροφοριακών Συστημάτων του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ορίζεται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τον κανονισμό του. Με απόφαση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, η Επιτροπή μπορεί να επικουρείται στο έργο της από υπαλλήλους του Συμβουλίου της Επικρατείας και με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και από δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της γενικής επιτροπείας. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους οι δικαστικοί λειτουργοί και οι δικαστικοί υπάλληλοι, μέλη ή επίκουροι της Επιτροπής, μπορούν να απαλλάσσονται, εν όλω ή εν μέρει, από τα κύριά τους καθήκοντα με απόφαση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Γενικού Επιτρόπου αντιστοίχως.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης συστήνεται στον Άρειο Πάγο Επιτροπή Εποπτείας Ο.Σ.Δ.Δ.Υ. Πολιτικής - Ποινικής Δικαιοσύνης, η οποία συγκροτείται από έναν (1) εφέτη ή αντιεισαγγελέα Εφετών ως πρόεδρο, δύο (2) πρωτοδίκες ή αντιεισαγγελείς Πρωτοδικών ως μέλη και δύο (2) υπαλλήλους των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων ή των εισαγγελιών, ως μέλη. Τον πρόεδρο της Επιτροπής, τον έναν (1) δικαστικό λειτουργό και τον έναν (1) υπάλληλο ορίζει, για διετή θητεία, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ενώ τον δεύτερο δικαστικό λειτουργό και τον δεύτερο υπάλληλο ορίζει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η θητεία των μελών της επιτροπής, που ορίζονται το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου και μπορούν να αντικατασταθούν για σπουδαίο λόγο, του νέου μέλους οριζόμενου για πλήρη θητεία, αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους ορισμού και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη της επιτροπής απαλλάσσονται από τα δικαιοδοτικά τους καθήκοντα. Η απασχόληση των δικαστικών υπαλλήλων στην Επιτροπή είναι αποκλειστική.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης συστήνεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο Επιτροπή Εποπτείας Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος, η οποία συγκροτείται από έναν (1) πάρεδρο, ως πρόεδρο, δύο (2) εισηγητές και δύο (2) υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως μέλη. Τον πρόεδρο της Επιτροπής και τον έναν εισηγητή, καθώς και τους δύο (2) υπαλλήλους ορίζει, για διετή θητεία, ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ τον δεύτερο εισηγητή ορίζει ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Δικαστήριο αυτό. Η θητεία των μελών της Επιτροπής, που ορίζονται το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους ορισμού και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους. Η απασχόληση των δικαστικών υπαλλήλων στην Επιτροπή είναι αποκλειστική.
Με απόφαση της Ολομέλειας του οικείου Ανώτατου Δικαστηρίου ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία και τις ειδικότερες αρμοδιότητες των οργάνων που προβλέπονται στις παρ. 4 έως 7. ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 128
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Τα προεδρικά διατάγματα που προβλέπονται στον παρόντα, εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται τα τεχνικά θέματα και διαδικασίες και ορίζονται τα πρότυπα που απαιτούνται σε περίπτωση που ένα ηλεκτρονικό έγγραφο προσυπογράφεται από περισσότερους δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους διάφορων ιεραρχικών βαθμίδων, καθώς και κάθε αναγκαία τεχνική ή άλλη λεπτομέρεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 129
Μεταβατικές διατάξεις
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται συμβούλιο πρωτοδικών, συμβούλιο πλημμελειοδικών, συμβούλιο εφετών, δικαστήρια σε συμβούλιο ή ολομέλεια δικαστηρίου σε συμβούλιο, νοούνται τα συμβούλια και οι ολομέλειες που προβλέπονται από τον κώδικα αυτόν.
Έως ότου εκδοθούν τα διατάγματα, οι υπουργικές αποφάσεις και οι πράξεις που προβλέπονται, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα αντίστοιχα θέματα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα Κώδικα.
Πειθαρχικά παραπτώματα, που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και δεν εκδικάστηκαν οριστικά, κρίνονται σύμφωνα με το Δ’ Μέρος. Οι σχετικές υποθέσεις μεταβιβάζονται, αν συντρέχει περίπτωση, στα συμβούλια που είναι αρμόδια. Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει εγκύρως έως την έναρξη της ισχύος του παρόντος με το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δεν επαναλαμβάνονται.
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 59 εφαρμόζεται σε προαγωγές, οι οποίες συντελούνται με προεδρικό διάταγμα, που δημοσιεύεται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Για την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επι 97 εκτείνεται από τη 16η Σεπτεμβρίου του 2023 έως τη 15η Σεπτεμβρίου του 2025 και αφορά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα από τη 16η Σεπτεμβρίου του 2021 έως τη 15η Σεπτεμβρίου του 2023. Η θητεία των υπηρετούντων μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης παρατείνεται έως την κλήρωση των νέων. Ειδικά για το χρονικό διάστημα από τη 16η Σεπτεμβρίου του 2022 έως τη 15η Σεπτεμβρίου του 2023 την έκτακτη ή συμπληρωματική επιθεώρηση της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 103 διενεργούν οι επιθεωρητές η θητεία των οποίων λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του 2022.
Οι θητείες των αποσπασμένων, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, δικαστικών λειτουργών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης συνεχίζονται μέχρι τη λήξη τους.
Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο όρος δικαστικές διακοπές, νοείται η περίοδος που λειτουργούν τα θερινά τμήματα.
Οι κανονισμοί των δικαστηρίων για την εφαρμογή του συστήματος της ισομερούς κατανομής των υποθέσεων της παρ. 5 του άρθρου 19, τροποποιούνται αναλόγως πριν από την έναρξη του δικαστικού έτους 2023-2024.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία είναι αντίθετη προς τις ρυθμίσεις του, καταργείται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 130
Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται ο ν. 1756/1988 (Α’ 35), με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 129 του παρόντος.
ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
ΜΕΡΟΣ Α’
ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
Άρθρο 131
Συνέπειες προσωρινής παύσης - Τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 53 του Κώδικα Δικηγόρων Στην παρ. 4 του άρθρου 53 του Κώδικα Δικηγόρων [ν. 4194/2013, (Α’ 208)] προστίθεται τέταρτο εδάφιο και η παρ. 4 του άρθρου 53 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Η Εταιρεία διοικείται από έναν ή περισσότερους διαχειριστές. Διαχειριστής ή διαχειριστές πρέπει να είναι Εταίρος ή Εταίροι. Οι διαχειριστές ορίζονται από το Καταστατικό, ή εκλέγονται, ή επιλέγονται, ανακαλούνται ή παύονται από τη Γενική Συνέλευση των Εταίρων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Καταστατικό. Οι ιδιότητες του διαχειριστή και του εταίρου δεν θίγονται από την επιβολή σε αυτούς της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής παύσης με απόφαση πειθαρχικού συμβουλίου ή δικαστική.».
Άρθρο 132
Περιπτώσεις καταγραφής των στοιχείων της δικηγορικής Εταιρείας - Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 55 του Κώδικα Δικηγόρων Στην παρ. 1 του άρθρου 55 του Κώδικα περί Δικηγόρων προστίθενται δεύτερο και τρίτο εδάφιο και η παρ. 1 του άρθρου 55 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Οι έγγραφες εντολές των εντολέων - πελατών λογίζεται ότι παρέχονται προς την Εταιρεία ακόμα και αν αυτές απευθύνονται προς Εταίρο ή συνεργάτη της Εταιρείας. Αν ο δικαστικός πληρεξούσιος παρίσταται ως Εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής Εταιρείας, στα στοιχεία της περ. 3 του άρθρου 305 ΚΠολΔ, της περ. γ’ του άρθρου 140 ΚΠΔ και της περ. α’ του άρθρου 190 ΚΔΔ, περιλαμβάνονται μαζί με τα στοιχεία του δικαστικού πληρεξούσιου η επωνυμία και η διεύθυνση της δικηγορικής Εταιρείας. Ομοίως, σε οποιαδήποτε διοικητική, δικαστική ή άλλη διαδικασία κατά την οποία ο δικηγόρος εμφανίζεται ως Εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής Εταιρείας στις σχετικές αποφάσεις, πράξεις ή πρακτικά αναγράφονται και τα στοιχεία της δικηγορικής Εταιρείας.».
Άρθρο 133
Σωρευτική επιβολή ποινών επίπληξης και προστίμου - Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 142 του Κώδικα Δικηγόρων Στην παρ. 1 του άρθρου 142 του Κώδικα Δικηγόρων επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) στην περ. δ’ πριν τη λέξη «προσωρινή» προστίθεται το οριστικό άρθρο «η», β) αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο και η παρ. 1 του άρθρου 142 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Οι πειθαρχικές ποινές είναι: α) η σύσταση, β) η επίπληξη, γ) το πρόστιμο από πεντακόσια (500) μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, δ) η προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημα έως δώδεκα (12) μήνες και ε) η οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα. Οι ποινές της επίπληξης και του προστίμου μπορούν να επιβληθούν και σωρευτικά.».
Άρθρο 134
Οριστική παύση δικηγόρου που ανήκει σε δικηγορική Εταιρεία - Τροποποίηση της παρ. 2 άρθρου 145 του Κώδικα Δικηγόρων Στην παρ. 2 του άρθρου 145 του Κώδικα Δικηγόρων διαγράφονται οι λέξεις «προσωρινής ή» και η παρ. 2 του άρθρου 145 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Σε περίπτωση οριστικής παύσης δικηγόρου που ανήκει σε δικηγορική Εταιρεία, αφαιρείται το όνομά του από την επωνυμία της Εταιρείας.».
Άρθρο 135
Συντονιστής πειθαρχικών τμημάτων Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 149 του Κώδικα Δικηγόρων Στο άρθρο 149 του Κώδικα Δικηγόρων προστίθεται νέα παρ. 5 ως εξής: Συμβούλιο, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου που έχει τα περισσότερα μέλη μεταξύ των Δικηγορικών Συλλόγων της Περιφέρειας του οικείου πολιτικού Εφετείου, ορίζει ένα (1) μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ως Συντονιστή Πειθαρχικών Τμημάτων. Ο Συντονιστής Πειθαρχικών Τμημάτων αναλαμβάνει το έργο της εποπτείας της γραμματείας του Πειθαρχικού Συμβουλίου και του συντονισμού των πειθαρχικών τμημάτων του Πειθαρχικού Συμβουλίου.».
Άρθρο 136
Παραγγελία διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, χρονική προθεσμία περάτωσης αυτής και ανακοίνωση της ποινικής δίωξης στον οικείο δικηγορικό σύλλογο Τροποποίηση των παρ. 2, 3 και 7 του άρθρου 152 του Κώδικα Δικηγόρων Στο άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) στην παρ. 2 τροποποιούνται αα) το πρώτο και δεύτερο εδάφιο ως προς το αρμόδιο όργανο για την παραγγελία διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης και την αρχειοθέτηση σχετικών αναφορών, αβ) το πρώτο εδάφιο με την προσθήκη δυνατότητας διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης αυτεπάγγελτα, χωρίς την υποβολή αναφοράς, β) στην παρ. 2 προστίθενται νέα εδάφια τρίτο και τέταρτο, γ) το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 τροποποιείται ως προς την προθεσμία περάτωσης της προκαταρκτικής εξέτασης, δ) στην παρ. 7 δα) αντικαθίσταται η περ. α’, δβ) στην περ. β’ η λέξη «οφείλουν» αντικαθίσταται από τις λέξεις «έχουν υποχρέωση», οι λέξεις «του πρώτου και του δεύτερου» από τη λέξη «κάθε», προστίθεται η υποχρέωση διαβίβασης αντιγράφων της ποινικής δικογραφίας και το άρθρο 152 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 152 Προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση
Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής του.
Ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή ο αρχαιότερος από τους προέδρους των πειθαρχικών τμημάτων στις περιφέρειες όπου λειτουργούν περισσότερα πειθαρχικά τμήματα, ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικώς επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση από ανακοίνωση δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής ή ακόμα και αυτεπάγγελτα, χωρίς την υποβολή αναφοράς, ευθύς μόλις λάβει με οποιονδήποτε τρόπο ίδια γνώση για τέλεση τέτοιων πράξεων, παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, την οποία αναθέτει σε μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου. Αναφορά για την οποία δεν έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο, καθώς και αναφορά η οποία δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προδήλως αβάσιμη κατ’ ουσία ή ανεπίδεκτη οποιασδήποτε εκτίμησης, αρχειοθετείται με απόφαση του Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρχαιότερου από τους προέδρους των πειθαρχικών τμημάτων στις περιφέρειες όπου λειτουργούν περισσότερα πειθαρχικά τμήματα. Κατά της απόφασης αυτής δεν χωρεί προσφυγή. Το ύψος του παραβόλου που απαιτείται για το παραδεκτό της αναφοράς, καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του πειθαρχικού συμβουλίου. Ανώνυμες αναφορές και καταγγελίες δεν λαμβάνονται υπόψη και αρχειοθετούνται αμέσως.
Η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία ανάθεσής της, αφού προηγουμένως κληθεί να δώσει εξηγήσεις, γραπτές ή προφορικές, ο κατονομαζόμενος δικηγόρος. Το μέλος του Πειθαρχικού Συμβούλιου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση, μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να αναζητά κάθε άλλο πρόσφορο νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
[Έχει καταργηθεί]
[Έχει καταργηθεί]
Δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για πράξεις, για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα.
α) Ο αρμόδιος εισαγγελέας, σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος δικηγόρου για αυτεπάγγελτα διωκόμενο έγκλημα, οφείλει να ανακοινώνει την ποινική δίωξη στον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Η ανακοίνωση περιλαμβάνει τις ποινικές διατάξεις για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και σε περίληψη τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την πράξη και συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφα της οικείας ποινικής δικογραφίας.
- β) Οι γραμματείς των δικαστηρίων ή των δικαστικών
συμβουλίων έχουν υποχρέωση να διαβιβάζουν στον οικείο δικηγορικό σύλλογο τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα κάθε βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και τις πρωτόδικες, τελεσίδικες και αμετάκλητες καταδικαστικές ή απαλλακτικές αποφάσεις που αφορούν σε δικηγόρο, μαζί με αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που αφορούν τις σε βάρος του δικηγόρου κατηγορίες.».
Άρθρο 137
Άσκηση πειθαρχικής δίωξης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου - Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 153 του Κώδικα Δικηγόρων Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 153 του Κώδικα Δικηγόρων (Α’ 208)], περί παραπομπής στο Πειθαρχικό Συμβούλιο υποθέσεων, αν το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του, απαλείφεται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αποκλειστικά από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εφόσον από την αιτιολογημένη έκθεση της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτουν σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο δικηγόρο. Δεν διώκεται πειθαρχικά δικηγόρος εκ μόνης της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ή Εταίρου δικηγορικής Εταιρείας για πράξεις ή παραλείψεις αυτής, ως νομικού προσώπου. Στο έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς ο τόπος, ο χρόνος και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος δικηγόρος.». κατά επιβληθείσας πειθαρχικής ποινήςΤροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 157 του Κώδικα Δικηγόρων Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 157 του Κώδικα Δικηγόρων απαλείφεται η φράση «πλην της σύστασης ή της επίπληξης» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Ο δικηγόρος στον οποίο επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την επίδοση της απόφασης. Η έφεση ασκείται με κατάθεσή της στη γραμματεία του Πειθαρχικού Συμβούλιου, που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται. Για την άσκηση της έφεσης συντάσσεται έκθεση. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της δεν έχουν ανασταλτική δύναμη, εκτός εάν στην απόφαση ορίζεται διαφορετικά.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΕ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
Άρθρο 139
Εκπροσώπηση διαδίκων από δικηγορική εταιρεία - Τροποποίηση των άρθρων 96, 143 και 305 ΚΠολΔ
Στο άρθρο 96 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [Κ.Πολ.Δ., π.δ. 503/1985, (Α’ 182)] επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 τροποποιείται με την προσθήκη των στοιχείων πληρεξουσιότητας των δικαστικών πληρεξουσίων που ενεργούν ως εταίροι ή συνεργάτες δικηγορικής εταιρείας, β) στην παρ. 2 προστίθεται η φράση «ή σε δικηγορική εταιρεία» και το άρθρο 96 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 96
Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα Πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των δικαστικών πληρεξουσίων και σε περίπτωση που δικαστικός πληρεξούσιος ενεργεί ως εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής εταιρείας και την επωνυμία της δικηγορικής εταιρείας, κατά περίπτωση.
Η πληρεξουσιότητα μιας αρχής μπορεί να δοθεί σε δικηγόρο ή σε δικηγορική εταιρεία και με έγγραφό της που περιέχει τα στοιχεία που αναγράφονται στην παρ. 1.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα Πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.».
Στην παρ. 1 του άρθρου 143 ΚΠολΔ προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως προς τους δικαστικούς πληρεξουσίους που ενεργούν ως Εταίροι ή συνεργάτες δικηγορικής εταιρείας και η παρ. 1 του άρθρου 143 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του. Σε περίπτωση που ο δικαστικός πληρεξούσιος ενεργεί ως εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής εταιρείας, αντίκλητος θεωρείται και η δικηγορική εταιρεία.».
Η περ. 3 του άρθρου 305 ΚΠολΔ τροποποιείται με την προσθήκη ρύθμισης σε περίπτωση εκπροσώπησης από Εταίρο ή συνεργάτη δικηγορικής εταιρείας και το άρθρο 305 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 305 Το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει: 1) τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, το όνομα του εισηγητή δικαστή, 2) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία τους, τη διεύθυνση της έδρας τους και τον αριθμό φορολογικού μητρώου τους και αναφέρεται αν αυτοί έχουν παραστεί και αν υπέβαλαν προτάσεις, 3) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση των δικαστικών πληρεξουσίων τους και σε περίπτωση που δικαστικός πληρεξούσιος παρίσταται ως εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής εταιρείας, κατά το άρθρο 55 του Κώδικα περί Δικηγόρων [ν. 4194/2013 (Α’ 208)], αναγράφονται και η επωνυμία και η διεύθυνση της δικηγορικής εταιρείας, 4) σύντομη περίληψη του αντικειμένου και της πορείας της δίκης, 5) το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και 6) ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε.».
Άρθρο 140
Συνέπειες της παράστασης συνηγόρου εταίρου ή συνεργάτη δικηγορικής εταιρείας στο περιεχόμενο των πρακτικών της ποινικής δίκης - Τροποποίηση του άρθρου 140 ΚΠΔ Η περ. γ’ του άρθρου 140 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας [ν. 4620/2019, (Α’ 96)] τροποποιείται με την προσθήκη περίπτωσης παράστασης συνηγόρου εταίρου ή συνεργάτη δικηγορικής εταιρείας και το άρθρο 140 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 140 Τα πρακτικά της συνεδρίασης συντάσσονται από τον γραμματέα με ευθύνη δική του, καθώς και με ευθύνη του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. Τα πρακτικά για κάθε επανάληψη, β) τα ονοματεπώνυμα των δικαστών, του εισαγγελέα και του γραμματέα, γ) το ονοματεπώνυμο και ό,τι άλλο συντελεί στην εξακρίβωση της ταυτότητας των διαδίκων, των εκπροσώπων τους και των συνηγόρων και σε περίπτωση που συνήγορος παρίσταται ως εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής εταιρείας, κατά το άρθρο 55 του Κώδικα περί Δικηγόρων [ν. 4194/2013 (Α’ 208)], αναγράφεται και η επωνυμία και η διεύθυνση της δικηγορικής εταιρείας, δ) τα ονοματεπώνυμα των μαρτύρων, των διερμηνέων, των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων και
- ε) την όρκιση των μαρτύρων, των διερμηνέων και των
πραγματογνωμόνων.».
Άρθρο 141
Συνέπειες της παράστασης εταίρου ή συνεργάτη δικηγορικής εταιρείας στην ιδιότητα του αντίκλητου στις δίκες ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και στο περιεχόμενο των αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων - Τροποποίηση της παρ. 7 του άρθρου 30 και του άρθρου 190 ΚΔΔ
Στην παρ. 7 του άρθρου 30 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας [ΚΔΔ, ν. 2717/1999, (Α’ 97)] προστίθεται δεύτερο εδάφιο για τον δικαστικό πληρεξούσιο που ενεργεί ως εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής εταιρείας και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής: «7. Ο δικαστικός πληρεξούσιος, αν η κατοικία του ή ο χώρος της εργασίας του βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου, είναι και αντίκλητος του διαδίκου. Σε περίπτωση που ο δικαστικός πληρεξούσιος ενεργεί ως εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής εταιρείας, αντίκλητος θεωρείται και η δικηγορική εταιρεία.».
Η περ. α’ του άρθρου 190 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας τροποποιείται με την προσθήκη δυνατότητας παράστασης δικαστικού πληρεξουσίου εταίρου ή συνεργάτη δικηγορικής εταιρείας και το άρθρο 190 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 190 Το πρωτότυπο της απόφασης απαρτίζεται από τα εξής μέρη:
- α) το εισαγωγικό, στο οποίο αναφέρεται ο αύξων αριθμός και το έτος δημοσίευσής της, το δικαστήριο και το
τμήμα που την εξέδωσε, η σύνθεση του δικαστηρίου, ο εισηγητής - δικαστής, ο χρόνος και ο τόπος της συζήτησης και ότι αυτή έγινε σε δημόσια συνεδρίαση, το είδος του ένδικου βοηθήματος ή μέσου που έχει ασκηθεί, τα ονοματεπώνυμα και οι διευθύνσεις των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων ή εκπροσώπων τους, τα ονοματεπώνυμα των δικαστικών τους πληρεξουσίων και σε περίπτωση που δικαστικός πληρεξούσιος παρίσταται ως εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής εταιρείας, κατά το άρθρο 55 του Κώδικα περί Δικηγόρων [ν. 4194/2013 (Α’ 208)], αναγράφονται και η επωνυμία και η διεύθυνση της δικηγορικής εταιρείας, καθώς και η παράσταση ή όχι των διαδίκων στο ακροατήριο,
- β) το ιστορικό, στο οποίο περιγράφεται το αντικείμενο
της δίκης και μνημονεύονται τα αιτήματα των διαδίκων, η πορεία της υπόθεσης, καθώς και η πληρωμή των τελών, του παραβόλου και του δικαστικού ενσήμου όπου απαιτούνται,
- γ) το σκεπτικό, στο οποίο εκτίθενται οι σκέψεις που
οδήγησαν το δικαστήριο στη διατύπωση της κρίσης του,
- δ) το διδακτικό, το οποίο περιλαμβάνει την απόφαση
του δικαστηρίου για την εν όλω ή εν μέρει παραδοχή ή απόρριψη του ένδικου βοηθήματος ή μέσου και των επί μέρους αιτημάτων των διαδίκων, καθώς και για την τύχη του παραβόλου και την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης, όπου προβλέπονται, και
- ε) το τελικό, στο οποίο μνημονεύονται ο τόπος και ο
χρόνος όπου έγινε η διάσκεψη και δημοσιεύθηκε η Απόφαση και τίθενται οι κατά το επόμενο άρθρο υπογραφές των δικαστών και του γραμματέα.».
Άρθρο 142
Συνέπειες της παράστασης εταίρου ή συνεργάτη δικηγορικής εταιρείας στην ιδιότητα του αντίκλητου στις δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και στο περιεχόμενο των αποφάσεών του Τροποποίηση των άρθρων 18 και 40 του π.δ. 18/1989
Στην παρ. 1 του άρθρου 18 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) προστίθεται δεύτερο εδάφιο για τον δικηγόρο που ενεργεί ως Εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής Εταιρείας και η παρ. 1 του άρθρου 18 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Αντίκλητος εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο είναι αυτοδικαίως ο δικηγόρος που το υπογράφει, εφόσον είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Σε περίπτωση που ο δικηγόρος ενεργεί ως Εταίρος ή συνεργάτης δικηγορικής Εταιρείας, αντίκλητος θεωρείται και η δικηγορική Εταιρεία.».
Στο άρθρο 40 του π.δ. 18/1989 προστίθεται η φράση «το περιεχόμενο του πρωτοτύπου της απόφασης» και το άρθρο 40 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 40 Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων Κατά τα λοιπά και ιδίως ως προς τις κοινοποιήσεις, τους λόγους εξαίρεσης των δικαστών και των υπαλλήλων της Γραμματείας και τη διαδικασία της εξαίρεσης, τη συγγνώμη συγγενείας, τη διεξαγωγή των συζητήσεων, την ευταξία του ακροατηρίου, την ενέργεια των αποδείξεων που τυχόν διατάσσονται και το περιεχόμενο του πρωτοτύπου της απόφασης, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Οργανισμού των Δικαστηρίων που ισχύουν για τη διαδικασία πολιτικών δικών ενώπιον του Αρείου Πάγου.».
Άρθρο 143
Ευθύνη δικηγορικών Εταιρειών - Εναρμόνιση διατάξεων με τον Κώδικα Δικηγόρων Kατάργηση του άρθρου 13 του π.δ. 81/2005 Το άρθρο 13 του π.δ. 81/2005 (Α’ 120) καταργείται.
Άρθρο 144
Οριοθέτηση επικοινωνίας δικηγόρου με τους οφειλέτες των εντολέων τους Τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3758/2009 Στην παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3758/2009 (Α’ 68) επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) το πρώτο και το τελευταίο εδάφιο τροποποιούνται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις, προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο και η παρ. 4 του άρθρου 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Πριν από κάθε ενέργεια ενημέρωσης απαιτείται η από τον δανειστή προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών με κάθε διαθέσιμο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωσή του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην Εταιρεία συμφώνως και προς τον Κανονισμό (ΕΕ) 216/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137). Η επικοινωνία με τον οφειλέτη πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της παραγράφου 1, εντός εύλογου χρόνου και με συχνότητα οχλήσεων όχι πέραν της μίας ανά δεύτερη ημέρα. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την επικοινωνία δικηγόρου με τον οφειλέτη του εντολέα του. Η τηλεφωνική επικοινωνία στον χώρο εργασίας του οφειλέτη γίνεται μόνο εφόσον ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός έχει δηλωθεί ως μοναδικός αριθμός επικοινωνίας από τον τελευταίο. Η τηλεφωνική επικοινωνία από την Εταιρεία για την ενημέρωση του οφειλέτη για ληξιπρόθεσμη απαίτηση επιτρέπεται να πραγματοποιείται μετά την πάροδο δέκα (10) ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, από τις 9:00’ έως 20:00’ και μόνο τις εργάσιμες ημέρες. Οι δανειστές παρέχουν στις Εταιρείες μόνο τα αναγκαία για την επικοινωνία στοιχεία των οφειλετών. Οι Εταιρείες χρησιμοποιούν τα δεδομένα των οφειλετών για τους σκοπούς, για τους οποίους διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα από τον δανειστή σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, καθώς και για την υπεράσπιση δικαιώματος τους ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης δημόσιας αρχής. Απαγορεύεται στις Εταιρείες η διαβίβαση των στοιχείων σε τρίτους, με ή χωρίς αντάλλαγμα, καθώς και η χρήση τους για άλλους σκοπούς. Ως τρίτοι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, θεωρούνται και οι θυγατρικές εταιρείες των Εταιρειών. Πρόσβαση στα δεδομένα έχουν η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων του παρόντος νόμου, άλλες δημόσιες αρχές και οι δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της άσκησης των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων τους. Οι διατάξεις του ν. 4624/2019 για το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας εφαρμόζονται αναλόγως στα αρχεία που περιέχουν δεδομένα οφειλετών, που είναι νομικά πρόσωπα.».
Άρθρο 145
Αύξηση οργανικών θέσεων Αντεισαγγελέων Εφετών Από την 1η.10.2022 αυξάνονται οι οργανικές θέσεις των Αντεισαγγελέων Εφετών κατά τέσσερις (4), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε εκατόν είκοσι οκτώ (128).
Άρθρο 146
Σύνταξη ηλεκτρονικής ταυτότητας για κτίρια του Υπουργείου Δικαιοσύνης Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης δύναται να ορίζεται το ν. π.δ.δ. Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας ως αναθέτουσα αρχή για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών και μελετών του ν. 4412/2016 (Α’ 147) με αντικείμενο την υποβολή της ταυτότητας κτιρίων ή αυτοτελών διηρημένων ιδιοκτησιών της υποπερ. αα’ της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4495/2017 (Α’ 167) που ανήκουν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή στεγάζονται υπηρεσίες αυτού και κάθε απαιτούμενη για αυτήν ενέργεια. Με όμοιες αποφάσεις δύνανται α) να καθορίζονται ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στη διαδικασία ανάθεσης, το ειδικότερο αντικείμενο της ανάθεσης, τον τρόπο χρηματοδότησης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια και β) να ορίζεται το ν. π.δ.δ. Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας ως φορέας υλοποίησης έργων του Υπουργείου Δικαιοσύνης που αφορούν στο ηλεκτρονικό μητρώο ταυτότητας ακινήτων που ανήκουν ή χρησιμοποιούνται από τη δικαιοσύνη και υλοποιούνται στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0».
Άρθρο 147
Παράταση προθεσμίας υποβολής αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου δασικών χαρτών που αναρτήθηκαν εντός του έτους 2021 Για τους δασικούς χάρτες, η ανάρτηση των οποίων υλοποιήθηκε εντός του έτους 2021, η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3889/2010 (Α’ 182), παρατείνεται από τη λήξη της έως τη 15η Ιουλίου 2022.
ΜΕΡΟΣ Β’
ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
Άρθρο 148
Επαγγελματική διαιτησία στο ποδόσφαιρο Προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 47 του ν. 2725/1999 Στο άρθρο 47 του ν. 2725/1999 (Α’ 121), περί επαγγελματικής διαιτησίας, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) στον τίτλο του άρθρου προστίθεται η φράση «- Εξουσιοδοτική διάταξη», β) το υφιστάμενο εδάφιο αριθμείται ως παρ. 1, γ) προστίθεται παρ. 2, και το άρθρο 47 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 47 Επαγγελματική διαιτησία - Εξουσιοδοτική διάταξη
Με απόφαση του Δ.Σ. της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας, ύστερα από γνώμη του οικείου επαγγελματι ανάγκες των αγώνων εθνικών πρωταθλημάτων επαγγελματικού χαρακτήρα.
Ειδικά για τις ανάγκες των εθνικών πρωταθλημάτων επαγγελματικού ποδοσφαίρου ανδρών, εισάγεται σύστημα επαγγελματικής διαιτησίας με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού. Η απόφαση της παρούσας κατισχύει κάθε διαφορετικής ρύθμισης που περιέχεται στο καταστατικό της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (Ε.Π.Ο.).».
Άρθρο 149
Κανονισμός επαγγελματικής διαιτησίας ποδοσφαίρου - Tροποποίηση του άρθρου 48 του ν. 2725/1999 Στο άρθρο 48 του ν. 2725/1999 (Α’ 121), περί του κανονισμού επαγγελματικής διαιτησίας, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) προστίθεται δεύτερο εδάφιο στην παρ. 1, β) προσδιορίζεται ότι ο έλεγχος νομιμότητας της παρ. 2 διενεργείται από τον αρμόδιο για τον αθλητισμό Υπουργό και επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις, γ) στην παρ. 3 μετά τη φράση «της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας» προστίθεται η φράση «ή της απόφασης του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού», δ) προστίθεται παρ. 4, και το άρθρο 48 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 48 Ειδικός κανονισμός για την Επαγγελματική διαιτησία
Με απόφαση του Δ.Σ. της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας, ύστερα από γνώμη της οικείας ομοσπονδίας διαιτητών και του οικείου επαγγελματικού συνδέσμου των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών, καταρτίζεται ειδικός κανονισμός ο οποίος ρυθμίζει τα κάθε είδους θέματα που αφορούν την Επαγγελματική διαιτησία. Ειδικά για την επαγγελματική διαιτησία ποδοσφαίρου ο κανονισμός του πρώτου εδαφίου καταρτίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαιτησίας (Κ.Ε.Δ.).
Ο κανονισμός της παρ. 1 υπόκειται σε έλεγχο νομιμότητας από τον αρμόδιο για τον αθλητισμό Υπουργό, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 27.
Ο κανονισμός του άρθρου αυτού καταρτίζεται μέσα σε ένα (1) τρίμηνο από την έκδοση της αναφερόμενης στο άρθρο 47 απόφασης του Δ.Σ. της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας ή της απόφασης του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού και εφαρμόζεται από την έναρξη της αμέσως επόμενης αγωνιστικής περιόδου των εθνικών πρωταθλημάτων επαγγελματικού χαρακτήρα.
Ειδικά για το άθλημα του ποδοσφαίρου η Κ.Ε.Δ. είναι πλήρως ανεξάρτητη λειτουργικά, διοικητικά και οικονομικά, καταρτίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό της και είναι υπεύθυνη για τη διαχείρισή του. Ο προϋπολογισμός καλύπτει ιδίως τους μισθούς των μελών και των υπαλλήλων της Κ.Ε.Δ., τις δαπάνες του προγράμματος εκπαίδευσης των διαιτητών, τις αμοιβές των αξιωματούχων αγώνα, τα οδοιπορικά και τα έξοδα διαμονής τους.».
Άρθρο 150
Κωλύματα εγγραφής μέλους αθλητικού σωματείου - Τροποποίηση των παρ. 1 και 7 του άρθρου 3 του ν. 2725/1999
Στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2725/1999 (Α’ 121), περί των κωλυμάτων εγγραφής μέλους αθλητικού σωματείου, αντί της λέξης «τουλάχιστον» τίθεται η φράση «ανώτερη του» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Δεν μπορεί να είναι μέλος αθλητικού σωματείου ή μέλος των οργάνων διοίκησης σωματείου, ένωσης, ομοσπονδίας, επαγγελματικού συνδέσμου ή αθλητικής ανώνυμης εταιρείας ή ειδικός συνεργάτης αυτών, ούτε μπορεί να αναλάβει με οποιονδήποτε τρόπο ή απόφαση των ανωτέρω φορέων οποιαδήποτε αρμοδιότητα ή έργο, ιδίως σχετικά με την εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείριση του φορέα:
- α) Όποιος δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο
(18ο) έτος της ηλικίας του.
- β) Όποιος έχει παραπεμφθεί στο δικαστήριο για κακούργημα με κλητήριο θέσπισμα ή με αμετάκλητο βούλευμα έως ότου εκδοθεί απαλλακτική απόφαση ή έχει
καταδικασθεί αμετακλήτως για τέλεση κακουργήματος, καθώς και όποιος έχει καταδικασθεί σε βαθμό πλημμελήματος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε την τελευταία δεκαετία, είτε σε ποινή φυλάκισης ανώτερη του ενός (1) έτους είτε, ανεξάρτητα από το ύψος της ποινής, για τα ποινικά αδικήματα του παρόντος νόμου και ιδίως για αξιόποινη πράξη που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 41ΣΤ του παρόντος νόμου ή για χρήση ή διάθεση ουσιών ή μεθόδων φαρμακοδιέγερσης, κατασκοπεία, κλοπή, υπεξαίρεση, δόλια χρεωκοπία, λαθρεμπορία, φοροδιαφυγή, δωροδοκία, δωροληψία, εμπορία επιρροής - μεσάζοντες, παραχάραξη, πλαστογραφία, απιστία, απάτη, εκβίαση, έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, περί όπλων και περί μεσαζόντων.
- γ) Όποιος δυνάμει αμετάκλητης δικαστικής απόφασης
έχει τιμωρηθεί με τις παρεπόμενες ποινές της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του και της αποστέρησης θέσεων και αξιωμάτων, για όσο χρονικό διάστημα διαρκούν οι στερήσεις αυτές.
- δ) Όποιος έχει τιμωρηθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 130 του παρόντος νόμου και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η τιμωρία.».
Στην παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 2725/1999 διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής: «7. Δεν επιτρέπεται να είναι μέλη αθλητικού σωματείου το προσωπικό του σωματείου, για όσο χρόνο διαρκεί η πάσης φύσεως σύμβαση εργασίας του με αυτό και για έναν (1) χρόνο από τη λήξη της, καθώς επίσης και όσοι συνάπτουν σύμβαση με το σωματείο για παροχή υπηρεσιών ή για εκτέλεση έργου με αμοιβή, είτε ατομικά είτε ως ομόρρυθμοι εταίροι είτε ως διαχειριστές Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. ή μέλη Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή η εκτέλεση του έργου και για Ειδικά για τα αθλήματα του μηχανοκίνητου αθλητισμού, έμποροι, κατασκευαστές και εφαρμοστές μηχανικών και ηλεκτρονικών μερών και πάσης φύσεως ανταλλακτικών οχημάτων, καθώς και οι μέτοχοι, οι εταίροι, οι διαχειριστές και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας και κάθε είδους εμπορικής εταιρείας, εφόσον έχει ως αντικείμενο των εργασιών της την εμπορία, την κατασκευή και την εφαρμογή κάθε είδους μηχανικών και ηλεκτρονικών μερών και πάσης φύσεως ανταλλακτικών, δεν επιτρέπεται να είναι μέλη Διοικητικού Συμβουλίου ή εξελεγκτικής επιτροπής αθλητικού σωματείου, ούτε να είναι αντιπρόσωποί του σε υπερκείμενες ενώσεις ή ομοσπονδίες.».
Άρθρο 151
Προθεσμία τροποποίησης καταστατικού αθλητικών σωματείων, αθλητικών ενώσεων και αθλητικών ομοσπονδιών - Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4726/2020 Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4726/2020 (Α’ 181) τροποποιείται ως προς την καταληκτική ημερομηνία της προθεσμίας τροποποίησης των καταστατικών των αθλητικών σωματείων, των αθλητικών ενώσεων και των αθλητικών ομοσπονδιών, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Έως την 31η.12.2022, τα αθλητικά σωματεία, οι αθλητικές ενώσεις και οι αθλητικές ομοσπονδίες οφείλουν να τροποποιήσουν το καταστατικό τους, με σκοπό την προσαρμογή του στα άρθρα 3, 5, 14, 22 και 24 του ν. 2725/1999 (Α’ 121). Η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (Γ.Σ.), περί τροποποίησης του καταστατικού προς εναρμόνιση με τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο διατάξεις, λαμβάνεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία, κατά παρέκκλιση από κάθε διαφορετική καταστατική πρόβλεψη. Έως ότου γίνει η προσαρμογή του καταστατικού, οι αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο διατάξεις κατισχύουν κάθε διαφορετικής καταστατικής ρύθμισης. Αν παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία, αίρεται αυτοδικαίως η ειδική αθλητική αναγνώριση που, είτε έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 28 του ν. 2725/1999 είτε λογίζεται ως χορηγηθείσα κατά την παρ. 5 του άρθρου 135 του ιδίου ως άνω νόμου. Η σχετική διαπιστωτική πράξη περί της αυτοδίκαιης άρσης της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.».
ΜΕΡΟΣ Γ’
ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
Άρθρο 152
Τρόπος υπολογισμού αξίας και πληρωμής πρώτων υλών Κατ’ εξαίρεση των υφιστάμενων διατάξεων, για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται η ενεργειακή κρίση και πάντως για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Υποδομών και Μεταφορών και Οικονομικών δύναται να καθορίζονται α) ο τρόπος υπολογισμού της αξίας της ασφάλτου, του πολυβινυλοχλωριδίου (PVC) και του πολυαιθυλένιου υψηλής πυκνότητας (HDPE) απολογιστικά, β) τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την πληρωμή των εργασιών που εκτελέστηκαν ή εκτελούνται στο πλαίσιο συμβάσεων κατασκευής δημόσιων έργων, εφόσον η προμήθεια των ανωτέρω υλικών έλαβε χώρα μετά την 1η.1.2022. Η επιπλέον δαπάνη, σε σχέση με την προϋπολογισθείσα, η οποία προκύπτει κατά την εκτέλεση του έργου από αύξηση της τιμής των ανωτέρω πρώτων υλών ή της ποσότητας αυτών στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, καλύπτεται από τις πιστώσεις του έργου. Για εργασίες που αποζημιώνονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, λόγω της συμπερίληψης των άνω υλικών, δεν καταβάλλεται δαπάνη αναθεώρησης, υπό την έννοια του άρθρου 153 του ν. 4412/2016 (Α’ 147).
Άρθρο 153
Επείγουσες ρυθμίσεις για την εκτέλεση συμβάσεων δημοσίων έργων
α. Κατ’ εξαίρεση υφιστάμενων διατάξεων, για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται η ενεργειακή κρίση, και πάντως για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, κάθε οικονομικός φορέας στον οποίο έχει ανατεθεί η εκτέλεση δημόσιας σύμβασης έργου δύναται να υποβάλλει δήλωση επιμήκυνσης του χρονοδιαγράμματος της εκτέλεσης της σύμβασης, η οποία από της υποβολής της καθίσταται δεσμευτική για την αναθέτουσα αρχή. Στη δήλωση του πρώτου εδαφίου καθορίζεται ο χρόνος της επιμήκυνσης. Εφόσον δεν εξαντλείται άπαξ το διάστημα των έξι (6) μηνών, είναι δυνατή η υποβολή νέας δήλωσης. Η χρονική διάρκεια της παράτασης για την εκτέλεση των εργασιών, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, δεν προσμετράται στον συμβατικό χρόνο και δεν αποτελεί παράταση της συμβατικής διάρκειας εκτέλεσης του έργου. β. Με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, είναι δυνατή η παράταση της ημερομηνίας υποβολής αιτήσεων συμμετοχής ή προσφορών στις περιπτώσεις που έχει ήδη δημοσιευθεί προκήρυξη κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)